Ανάμεσα στα πολλά που λέγονται και γράφονται σχετικά με την απόφαση της τουρκικής ηγεσίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί ξεχωρίζει αυτή περί ηθικής και πολιτικής αποδυνάμωσης του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Μήπως η απόφαση αυτή είναι μια απελπισμένη προσπάθειά του να ανακτήσει την χαμένη απήχηση στην τουρκική κοινωνία;
Μήπως εργαλειοποιώντας ακόμη και το κεντρικό σύμβολο της μουσουλμανικής λατρείας, το τζαμί, ο Ερντογάν προσπαθεί να «φανατίσει» προς όφελός του το πιο συντηρητικό θρησκευτικό τμήμα του εκλογικού του ακροατηρίου, τους ισλαμοσυντηρητικούς και τους Τούρκους εθνικιστές;
Μήπως τελικά πρόκειται για μια κίνηση πολιτικής επιβίωσης;
Ακόμη και εάν όλες οι παραπάνω ερωτήσεις απαντηθούν με ένα «ναι», χρειάζεται να εμβαθύνουμε στον σχολιασμό της βυζαντινολόγου και ακαδημαϊκού Ελένης-Γλύκατζη Αρβελέρ που ανέφερε: «Όταν ένας λαός έχει ανάγκη από τέτοιους συμβολισμούς για να διατηρήσει τη συνοχή του και την ένωσή του, απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά δεδομένα».
Χρειάζεται να εστιάσουμε στη φράση «ευρωπαϊκά δεδομένα». Και τούτο διότι η Αγία Σοφία ποτέ δεν αγαπήθηκε από τον δυτικό Κόσμο όπως από τους Έλληνες.
Για τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, η Αγία Σοφία αποτελούσε έναν μεγαλοπρεπή θρησκευτικό χώρο λατρείας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για την οποία υπήρχε διάχυτο το αίσθημα της αποστροφής.
Για τον Ελληνισμό, όμως, η Αγία Σοφία αποτελεί το διαρκές σύμβολο της θρησκευτικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Και ταυτόχρονα, ένα αήττητο μέσα στους αιώνες σύμβολο παρουσίας του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία.
Οι Ευρωπαίοι δεν «λυγίζουν» με αυτή την απόφαση Ερντογάν. Στην ευρωπαϊκή συνείδηση ο ιερός αυτός ναός αποτελεί κυρίως ένα Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όπως το αρχαίο ρωμαϊκό θέατρο, το Τετράπυλον και το κάστρο στην Παλμύρα.
Ούτε η Ρωσία «λυγίζει» παρά το γεγονός ότι η μετατροπή τους σε ορθόδοξο έθνος οφείλεται και στην Αγία Σοφία, ούτε βεβαίως και οι ΗΠΑ καθώς βλέπουμε ότι ο Τραμπ έχει ξεκινήσει να ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία. Γι’ αυτό και ο δημόσιος διάλογος πρέπει να εστιάσει αλλού την προσοχή του.
Η Τουρκία επί Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ έκανε μια στροφή προς το κοσμικό κράτος. Δεσμεύθηκε κατά κάποιον τρόπο ότι η θρησκεία δεν θα είναι ο πυρήνας του κράτους και της εκπαίδευσης. Τότε ήταν που η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε Μουσείο. Η στροφή αυτή όμως δεν επιτεύχθηκε.
Σήμερα λοιπόν ο Ερντογάν επισημαίνει για ακόμη μία φορά μέσα στα τελευταία χρόνια ότι περιφρονεί τους διεθνείς κανόνες, ανοίγει ζητήματα που είχαν κλείσει 100 χρόνια με τη Συνθήκη της Λωζάνης, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, εργαλειοποιεί ανθρωπιστικά ζητήματα, υπονομεύει τις Ευρω-τουρκικές σχέσεις, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Αυτή η πολιτική απελπισίας, όμως, δεν συμβαδίζει με τα «ευρωπαϊκά δεδομένα».
Η Ευρώπη έχει τη δύναμη να σταματήσει την «φόρα» του Ερντογάν επειδή η οικονομική εξάρτηση της Τουρκίας από την Ευρώπη είναι μεγαλύτερη από αυτή της Ευρώπης.
Επομένως, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει ολιγωρία για την δημιουργία κοινής Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής και τα κράτη δεν αναλαμβάνουν να μοιραστούν το βάρος της προστασίας των κοινών συνόρων, τόσο ο Ερντογάν θα εφευρίσκει τρόπους διατάραξης της ηρεμίας.
Όσο η Ευρωπαϊκή Ευρώπη δείχνει ατολμία να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις στην Τουρκία και αρκείται σε φραστικές καταδίκες τόσο θα εντείνεται η επιθετικότητα του Ερντογάν.
Η επιλογή, επομένως, της κυβέρνησης είναι μία, η εθνική γραμμή πλεύσης που θα προκύψει μέσα από τη Σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών και θα εργαστεί με νέα ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική ώστε η Ελλάδα να μην ακολουθεί απλά τις εξελίξεις, αλλά να τις καθορίζει.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως είχε προγραμματίσει, οδεύει προς το Συνέδριό του στο τέλος του Μάρτη 2026.
Θεωρητικά, αυτή την περίοδο επιβάλλεται να επικρατεί ενωτικό κλίμα.
Διαφορετικές θέσεις συζητούνται στο Συνέδριο.
Εκεί επιτυγχάνεται η σύνθεσή τους και σφυρηλατείται η ενότητα.
Βασική προϋπόθεση ομαλής πορείας της Παράταξης.
Πρακτικά όμως το ήρεμο κλίμα που απαιτούν οι δύσκολες συνθήκες, διαταράσσεται από ατυχείς παρεμβάσεις στελεχών.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες να χαμηλώσουν οι τόνοι της εσωστρέφειας, η διχαστική κριτική συνεχιζότανε.
Για να αποφευχθούν παρενέργειες στην ομαλή πορεία προς το Συνέδριο, ο Πρόεδρος, διέγραψε από την κοινοβουλευτική ομάδα, τον βουλευτή κ. Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλο.
Η διαγραφή προκαλεί θυελλώδεις συζητήσεις στα δίκτυα ενημέρωσης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Ελλήνων.
Καθετί που συμβαίνει στην πολιτική ζωή του τόπου, μεγαλοποιείται.
Οι μεν το κρίνουν θετικό, οι δε αρνητικό, ανάλογα με προσωπικές συμπάθειες.
Μία αναδρομή στην πορεία των δύο ανδρών, φωτίζει τα γεγονότα.
Οι δύο πολιτικοί έχουν παράλληλη πορεία στην Παράταξη.
Όταν ο διαγραφείς βουλευτής διεκδίκησε την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, ο Πρόεδρος τον στήριξε.
Στην άλλη εκλογική αναμέτρηση, ο πρώτος στήριξε το δεύτερο.
Όταν τέθηκε θέμα Προέδρου και ο Πρόεδρος ζήτησε ανανέωση της θητείας του, ο κ. Κωνσταντινόπουλος τάχθηκε με τον κ. Δούκα.
Λέγεται ότι συμπεριλαμβανόταν στο ψηφοδέλτιο των εθνικών εκλογών, προσωπικότητα μη αρεστή στο βουλευτή, στη περιφέρεια του φυσικά.
Είναι μία αδυναμία των πρωτοκλασάτων στελεχών.
Να έχουν το πάνω χέρι στην κατάρτιση των ψηφοδελτίων.
Γεννάται το ερώτημα αν η διαγραφή εξυπηρετεί τους στόχους της Παράταξης.
Στη συνθήκες που επικρατούν, η διαγραφή υπήρξε αναγκαία.
Να σταματήσει η καταστροφική εσωστρέφεια, να επικρατήσει ηρεμία.
Η εμπειρία του κ. Κωνσταντινόπουλου, δε δικαιολογεί αυτή την ανάρμοστη συμπεριφορά που υπονομεύει την ενότητα του ΠΑΣΟΚ.
Εκτός αν ήταν στις επιδιώξεις του αυτή η στάση.
Κάτι που αφήνει ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο είναι η παραπέρα αντίδραση.
Παραιτείται ο κ. Κωνσταντινόπουλος από βουλευτής.
Μια ενέργεια πρωτοποριακή που εξέπληξε ευχάριστα την κοινή γνώμη.
Είναι ίσως η πρώτη φορά που βουλευτής, μετά τη διαγραφή του παραδίδει στο κόμμα την έδρα.
Στη σημερινή Βουλή των Ελλήνων, υπάρχουν αρκετοί βουλευτές ανεξάρτητοι, γιατί έχουν διαγραφεί από το κόμμα τους.
Ο βουλευτής μπορεί να έχει μία δυναμική σε αριθμό ψήφων. Εκλέγεται όμως με τη δυναμική της Παράταξης.
Επομένως σωστά ενήργησε ο κ. Κωνσταντινόπουλος.
Το παράδειγμά του θα έχει συνέχεια;
Το επιτυχές αποτέλεσμα των εσωκομματικών εκλογών ανάδειξης των Συνέδρων και η διαγραφή του βουλευτή, αποτελούν ξεκάθαρο μήνυμα.
Οι δημόσιες διαφοροποιήσεις, μετά το Συνέδριο σίγουρα δε θα περνούν απαρατήρητες.
Ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο.
Αν δεν κάνω λάθος, η διαγραφή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα, δεν σημαίνει και αντίστοιχη από την Παράταξη.
Σε πέντε διακριτά βήματα προχωρά ο σχεδιασμός του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την οριστική αντιμετώπιση του ζητήματος της εκτός σχεδίου δόμησης, με στόχο την αναγνώριση οικοδομησιμότητας σε παρόδιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων και εκτός οριοθετημένων οικισμών προ του 1923 ή κάτω των 2.000 κατοίκων.
Η τελική λύση θα δοθεί μέσω Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο θα καθορίζει τους κανόνες αναγνώρισης των δρόμων που παρέχουν δικαίωμα δόμησης. Η διαδικασία αυτή επιλέχθηκε ώστε να είναι πλήρως συμβατή με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η εξέλιξη αυτή αφορά χιλιάδες ιδιοκτησίες σε εκτός σχεδίου περιοχές σε όλη τη χώρα, καθώς τα τελευταία χρόνια η δυνατότητα έκδοσης οικοδομικών αδειών έχει ουσιαστικά «παγώσει» μετά από αποφάσεις του ΣτΕ που απαιτούν σαφή πολεοδομική τεκμηρίωση για την οικοδομησιμότητα.
Τη διαδικασία, με την οποία θα μπορέσουν περισσότεροι από 400.000 απόφοιτοι των πρώην Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) να αποκτήσουν ισότιμα πτυχία με τα αντίστοιχα τμήματα των πανεπιστημίων, καθορίζει ρύθμιση του υπουργείου Παιδείας, που θα ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί την ερχόμενη Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2026, στη Βουλή.
Πιο συγκεκριμένα, η ρύθμιση θα αφορά όσους αποφοίτησαν μετά το 2001, όταν με τον ν. 2916/2001 «ανωτατοποιήθηκαν» τα ΤΕΙ, και τα πτυχία των οποίων μέχρι σήμερα δεν έχουν αντιστοιχηθεί με τίτλους σπουδών των ΑΕΙ.
Η ρύθμιση προβλέπει μία διαδικασία, με ακαδημαϊκά εχέγγυα και θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της θα είναι η ολοκλήρωση της πιστοποίησης του προπτυχιακού προγράμματος σπουδών του οικείου πανεπιστημιακού Τμήματος ή της Μονοτμηματικής Σχολής από την ΕΘΑΑΕ, ώστε η αντιστοίχιση να εδράζεται σε πιστοποιημένα και ποιοτικά προγράμματα σπουδών.
Αναμένεται να υπάρξουν συγκεκριμένες κατηγορίες αποφοίτων, με βάση τη διάρκεια των σπουδών τους, το σύνολο των πιστωτικών μονάδων ECTS και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών. Ανάλογα με την εκάστοτε κατηγορία, σε ορισμένες περιπτώσεις αναμένεται η αντιστοίχιση των πτυχίων να αναγνωρίζεται αυτόματα, ενώ σε άλλες θα καθορίζεται παρακολούθηση και εξέταση σε συγκεκριμένα μαθήματα.