Το δημόσιο σχολείο κατέχει μια ιερή θέση. Δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάδοσης γνώσης, αλλά το κοινωνικό εργαστήρι όπου το παιδί του γιατρού και το παιδί του εργάτη κάθονται στο ίδιο θρανίο, ξεκινούν από την ίδια αφετηρία και μαθαίνουν να συνυπάρχουν ως ίσοι πολίτες. Το δημόσιο σχολείο υπήρξε, για δεκαετίες, η σιωπηρή υπόσχεση της Πολιτείας προς κάθε οικογένεια πως ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του κάθε γονιού, το παιδί θα έχει την ευκαιρία να φτάσει όσο μακριά του επιτρέπουν οι δικές του δυνάμεις.
Σήμερα, η υπόσχεση αυτή έχει ραγίσει. Το άλλοτε μεγάλο εργαλείο κοινωνικής κινητικότητας έχει μετατραπεί σε έναν μηχανισμό που, σε μεγάλο βαθμό, καθρεφτίζει, συντηρεί και, εν τέλει, αναπαράγει τις ταξικές ανισότητες της κοινωνίας.
Η ρίζα της παθογένειας του δημόσιου σχολείου είναι απλή και μετρήσιμη: η χρόνια, εσκεμμένη και ιδεολογικά φορτισμένη υπο-χρηματοδότηση. Ενώ ο μέσος όρος των δημοσίων δαπανών για την Παιδεία στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγγίζει το 5% του ΑΕΠ, η Ελλάδα παραμένει πεισματικά καθηλωμένη σε ποσοστά που μετά βίας ξεπερνούν το 4%.
Σε απόλυτους αριθμούς μεταφράζεται σε ένα ετήσιο έλλειμμα που ξεπερνά τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αυτά τα 2 δισεκατομμύρια που λείπουν κάθε χρόνο είναι οι χιλιάδες κενές θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών που καλύπτονται κάθε Σεπτέμβρη και Οκτώβρη υπό την αγωνία των αναπληρωτών. Είναι οι σχολικές αίθουσες-κοντέινερ, οι σοβάδες που πέφτουν, τα καλοριφέρ που δεν λειτουργούν τον χειμώνα. Είναι η σχεδόν παντελής απουσία σύγχρονων εργαστηρίων φυσικής, χημείας και πληροφορικής, που καταδικάζει τη διδασκαλία σε μια στείρα θεωρητική αποστήθιση.
Μέσα στο κενό που αφήνει ένα αποδυναμωμένο δημόσιο σχολείο, αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε ένα ολόκληρο παράλληλο σύστημα εκπαίδευσης: η βιομηχανία της παραπαιδείας. Υπολογίζεται ότι οι ελληνικές οικογένειες δαπανούν πάνω από 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως για την παραπαιδεία.
Στον πυρήνα της εκπαιδευτικής ανισότητας βρίσκεται και ένας ολόκληρος, στιγματισμένος και παραμελημένος κλάδος: η δημόσια τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ), που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία αποτελούν έναν ισότιμο και αξιοσέβαστο δρόμο προς την αγορά εργασίας, στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται ως η τελευταία επιλογή για τους «κακούς» μαθητές.
Αυτός ο κοινωνικός στιγματισμός συνοδεύεται από την πλήρη κρατική εγκατάλειψη.
Η ανατροπή αυτής της πορείας απαιτεί ένα ολοκληρωμένο, τολμηρό σχέδιο για την αναγέννηση της δημόσιας εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της:
1) Γενναία αύξηση της χρηματοδότησης
2) Ενιαίο, αναβαθμισμένο δημόσιο ολοήμερο σχολείο, με πρόγραμμά του τη μελέτη και προετοιμασία των μαθημάτων της επόμενης ημέρας με την υποστήριξη εκπαιδευτικών, και θα προσφέρει ένα πλούσιο απογευματινό πρόγραμμα με δωρεάν πρόσβαση σε ξένες γλώσσες, αθλητισμό, μουσική, θέατρο, ρομποτική και άλλες δημιουργικές δραστηριότητες.
3) Αναγέννηση της δημόσιας τεχνικής εκπαίδευσης με την δημιουργία Πρότυπων Επαγγελματικών Λυκείων σε κάθε περιφέρεια, με σύγχρονες ειδικότητες αιχμής, πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια και άμεση, θεσμοθετημένη διασύνδεση με την τοπική αγορά εργασίας.
4) Στήριξη του δημόσιου, δωρεάν Πανεπιστημίου, με την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, τη διασφάλιση του αυτοδιοίκητου και την ενίσχυση της έρευνας που συνδέεται με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Μια χώρα που δεν προσφέρει την ίδια αφετηρία σε όλα της τα παιδιά, είναι μια χώρα που έχει παραιτηθεί από το μέλλον της. Η μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης δεν είναι απλώς μια ακόμη πολιτική. Είναι η πιο βαθιά πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης, η πιο ουσιαστική επένδυση στην ανάπτυξη και η πιο ισχυρή απόδειξη πατριωτισμού που μπορούμε να κάνουμε. Είναι η επιλογή ανάμεσα σε μια κοινωνία στάσιμη και διχασμένη και μια κοινωνία δυναμική και δίκαιη.
Του Μηνά Λυριστή υπ. Διδάκτορας στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου



