Η μελέτη της ιστορίας αποτελεί την πυξίδα για τη διατήρηση της εθνικής υπόστασης. Οι σώφρονες επιγενόμενοι οφείλουν να ανοίγουν την κιβωτό της ιστορικής μνήμης, για να πληροφορούνται οι νεότεροι τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων τους και να διδάσκονται απ’ αυτούς. Αυτό το νόημα έχει και η σημερινή μας αναφορά με αφορμή τα 191 χρόνια από την απελευθέρωση της Ναυπάκτου (18 Απριλίου 1829).
Η πολιορκία του κάστρου της Ναυπάκτου ξεκινά το Φεβρουάριο του 1829 και γίνεται πιο στενή, μετά την 29η Μαρτίου. Στις 11 Απριλίου 1829, υπογράφεται η συνθήκη παράδοσης του φρουρίου της Ναυπάκτου, η οποία προβλέπει:
Α) σταματούν οι πολεμικές συγκρούσεις και από τα δύο μέρη.
Β) αποστέλλονται στην Πρέβεζα, με ελληνικό πλοίο, τρεις Οθωμανοί, για να μεταφέρουν τα σχετικά με τη συμφωνία, στα Ιωάννινα.
Γ) Από την 21η έως την 22α Απριλίου θα ξεκινήσει η εκκένωση της Ναυπάκτου.
Δ) Η φρουρά και όλοι οι Οθωμανοί κάτοικοι της Ναυπάκτου θα επιβιβαστούν σε πλοία, που θα ναυλώσει ο πληρεξούσιος, μαζί με τα όπλα τους και την κινητή τους περιουσία, για να μεταφερθούν στην Πρέβεζα, υπό την προστασία πολεμικών πλοίων.
Ε) Τα δύο μέρη θα συμφωνήσουν για τον τρόπο με τον οποίο οι Οθωμανοί θα πουλήσουν, με δημοπρασία, την κινητή τους περιουσία, την οποία δεν θα πάρουν μαζί τους.
ΣΤ) Σε περίπτωση που κάποιοι χριστιανοί κάτοικοι της Ναυπάκτου ή αιχμάλωτοι έλληνες, δηλώσουν ενώπιον μαρτύρων ότι θέλουν να ακολουθήσουν τους Οθωμανούς, δεν θα τους εμποδίσει κανείς.
Τελικά, νωρίτερα απ’ ότι προέβλεπε η συνθήκη, στις 18 Απριλίου, εισέρχονται στο κάστρο 200 άνδρες του ελληνικού τακτικού στρατού, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Πιέρη, και υψώνεται στην Ακρόπολη, στο Ιτς Καλέ, η ελληνική σημαία.
Στις 28 Απριλίου ο Πληρεξούσιος Τοποτηρητής Αυγουστίνος Καποδίστριας εισέρχεται θριαμβευτικά στην πόλη και εκδίδει διακήρυξη στην οποία μεταξύ των άλλων αναφέρει:
«Κυματίζει τέλος πάντων η ελληνική σημαία εις την ακρόπολιν της Ναυπάκτου, και το σεμνόν του σταυρού σημείον, μετά παρέλευσιν ήδη 140 ετών, ανυψώθη πάλιν εις τα υψηλά ταύτα τείχη …»
Στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου, πολεμούν και τραυματίζονται και ελληνοκύπριοι, γεγονός που πιστοποιεί ότι οι δεσμοί Κύπρου – Ναυπάκτου είναι δεσμοί αίματος.
Ο «Αντώνιος Χατζηχρίστου», όπως βεβαιώνει ο Νικηταράς, «από το έτος 1821 μέχρι και του έτους 1828 παρευρέθη εις τα μάχας της Τριπόλεως, Νεοκάστρου, Αθηνών και εκείνην της Ναυπάκτου και εις το διάστημα τούτο έδειξεν ευπείθειαν και υπακοήν εις τους ανωτέρους του και γενναιότητα κατά του εχθρού».
Ο Γεώργιος Καλαντζής – Κυπραίος, αφού πολέμησε κάτω από τον Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά, το 1829 λαμβάνει μέρος«εις την εν Ναυπάκτω γενομένη μάχην κυριεύσαντες το φρούριον υπό την οδηγίαν του Φανιέ τότε οπλαρχηγού της γραμμής».
Ο Αδάμ Μάρκου, Κύπριος, παρευρίσκεται «εις όλας τας μάχας των Αθηνών επί Κιουταχή και εις τας εκστρατείας της Καρύστου, της Χίου και Ναυπάκτου, όπου εις την πτώσιν του φρουρίου Ναυπακτίας επληγώθη ελαφρώς κατά το λαιμό υπό πυροβόλου».
Ο Μιχαήλ Αντωνίου Κύπριος υπηρετεί από το 1828 ως υπαξιωματικός και πολεμά στη Ναύπακτο, στην πολιορκία του φρουρίου.
Ο Αγγελής Μιχαήλ σύμφωνα με βεβαιώσεις του Πετρόμπεη, του Κίτσου Τζαβέλλα, του Μακρυγιάννη και άλλων «… δράξας τα όπλα υπέρ της Ανεξαρτησίας [….], κατετάχθη εις το σώμα της γραμμής του Φιλέλληνος Φαβιέρου, όπου έδειξεν γενναία ανδραγαθήματα εις τας εν Καρύστω, Χαϊδάρι, Πειραιά, Χίω μάχας και τέλος εις την εν Ναυπάκτω έχων βαθμόν λοχίου».
Τέλος στην πολιορκία του φρουρίου της Ναυπάκτου το 1829 λαμβάνει μέρος και ο Αντώνιος Παυλής«δείξας άμετρον ζήλον και εξαίρετον διαγωγήν και απαραδειγμάτιστον ανδρείαν».
Οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν λοιπόν ότι οι δεσμοί μεταξύ Κύπρου – Ναυπάκτου είναι όχι μόνο εθνικοί αλλά και δεσμοί αίματος, αφού στον αγώνα για την απελευθέρωση της πόλης πολέμησαν και ελληνοκύπριοι ποτίζοντας με το αίμα τους το χώμα όπως συνέβη με τον Αδάμ Μάρκου ο οποίος «…εις την πτώσιν του φρουρίου της Ναυπακτίας επληγώθη ελαφρώς κατά το λαιμό υπό πυροβόλου».
Με εκδηλώσεις που ξεκίνησαν το απόγευμα του Σαββάτου 25 Ιουλίου, παραμονή της εορτής, η Ναύπακτος γιόρτασε με λαμπρότητα την Αγία Παρασκευή.
Στις 19:00 τελέστηκε Μεγάλος Πολυαρχιερατικὸς Εσπερινός, χοροστατούντων των Μητροπολιτών Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιερόθεου και Ισπανίας & Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπου.
Ακολούθησε αρτοκλασία στην Πλατεία Φαρμάκη, ενώ ακολούθησε η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνας της Αγίας Παρασκευής στους δρόμους της πόλης, με τη συμμετοχή του Κλήρου, των τοπικών αρχών, πλήθους πιστών και με επικεφαλής την Παπαχαραλαμπείο Φιλαρμονική.
Ανήμερα της εορτής, Κυριακή 26 Ιουλίου στις 7:00 το πρωί θα τελεστεί ο Πανηγυρικός Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ενώ στις 7:00 το απόγευμα θα τελεστούν ο Εσπερινός και η Ιερά Παράκληση προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής.
Ο Δήμος Ναυπακτίας και η Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου διοργανώνουν εκδήλωση για τους απόδημους Ναυπακτίους, την Τρίτη, 28 Ιουλίου 2026 και ώρα 20:30 στο Ενετικό Λιμάνι (δυτικός βραχίονας).
Στην εκδήλωση συμμετέχουν η Χορωδία Δημοτικής Μουσικής της Μητροπόλεως υπό τη διεύθυνση του Π.Αναστασόπουλου και τμήματα του Λαογραφικού Πολιτιστικού Χορευτικού Ομίλου Ναυπάκτου (Λ.Π.Χ.Ο.Ν.) «Ανεμογιάννης» και του Ναυπακτιακού Χορευτικού Ομίλου Φίλων Ελληνικής Παράδοσης (ΝΑ.Χ.Ο.Φ.Ε.Π.) «Ναυς».
Το Κάστρο της Ναυπάκτου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Είναι ένα μνημείο που δεν ξεχωρίζει μόνο για την ιστορική και αρχαιολογική του αξία, αλλά και για τη μοναδική αρμονία που είχε διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες ανάμεσα στα τείχη και το φυσικό περιβάλλον.
Οι πρόσφατες εκτεταμένες υλοτομίες, που πραγματοποιήθηκαν με το σκεπτικό της προστασίας του κάστρου από πυρκαγιά και της ανάδειξης των τειχών, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Η πρόταση της δημοτικής αρχής, η οποία υιοθετήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, είχε ως αποτέλεσμα μια εικόνα που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο οποιονδήποτε αγαπά το μνημείο.
Σήμερα, μεγάλο μέρος του κάστρου θυμίζει περισσότερο έναν γυμνό βραχώδη λόφο παρά το ιστορικό τοπίο που γνωρίζαμε επί δεκαετίες. Η εικόνα αυτή, κατά την άποψή μου, αδικεί το ίδιο το μνημείο και απογοητεύει ακόμη και πολλούς από εκείνους που πίστευαν ότι η απομάκρυνση μέρους της βλάστησης θα βοηθούσε στην ανάδειξη των τειχών.
Το κάστρο δεν ήταν απροστάτευτο
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι κατά την υλοποίηση του έργου «Συνολική Ανάδειξη του Κάστρου Ναυπάκτου», την περίοδο 2005–2008, δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης.
Το έργο περιλάμβανε και ένα ολοκληρωμένο σύστημα πυροπροστασίας:
εγκαταστάθηκε πλήρες δίκτυο πυρόσβεσης στις τρεις πρώτες ζώνες του κάστρου,
δημιουργήθηκαν πυροσβεστικές φωλιές από την Ακρόπολη μέχρι την κύρια είσοδο,
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η προστασία του μνημείου από τον κίνδυνο πυρκαγιάς είχε ήδη αποτελέσει βασική προτεραιότητα της προηγούμενης μεγάλης ανάδειξής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απαιτούνται παρεμβάσεις συντήρησης της βλάστησης. Σημαίνει όμως ότι θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ισορροπημένη λύση, με επιλεκτικές απομακρύνσεις και σωστή διαχείριση του πρασίνου, χωρίς να αλλοιωθεί τόσο δραστικά η φυσιογνωμία του χώρου.
Η πραγματική πρόκληση σήμερα είναι η προσβασιμότητα
Ίσως όμως το σημαντικότερο ζήτημα να μην είναι πλέον τα δέντρα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να αποκτήσει το Κάστρο της Ναυπάκτου ουσιαστική και ασφαλή πρόσβαση για όλους τους πολίτες.
Άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδιά και επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην πρόσβαση προς τα ανώτερα διαζώματα του κάστρου.
Άλλωστε, η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε δημόσια ακόμη και από την ίδια την Υπουργό Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, κατά τα εγκαίνια των αιθουσών του Μουσείου Βυζαντινών Εκθεμάτων στην Ακρόπολη του κάστρου.
Αυτό θα έπρεπε σήμερα να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Χρειάζεται συνολική κυκλοφοριακή λύση
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η προτεινόμενη λύση της λωρίδας επιβράδυνσης στον περιφερειακό δρόμο, με σύνδεση προς τον δασικό δρόμο του πρώτου διαζώματος.
Η θέση της προβλεπόμενης εισόδου βρίσκεται επάνω σε έντονη στροφή της περιμετρικής οδού, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την οδική ασφάλεια και τη λειτουργικότητα της παρέμβασης.
Ίσως θα άξιζε να εξεταστεί μια διαφορετική τεχνική προσέγγιση, όπως η κατασκευή ενός κυκλικού κόμβου στο τμήμα της περιμετρικής που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το κάστρο, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ασφαλούς οδικής σύνδεσης προς το μνημείο.
Μια τέτοια λύση ενδεχομένως να εξυπηρετούσε καλύτερα τόσο τους επισκέπτες όσο και την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων.
Το Κάστρο αξίζει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό
Η προστασία ενός ιστορικού μνημείου δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη των τειχών του. Οφείλει να συνδυάζει την αρχαιολογική ανάδειξη, τη διατήρηση του φυσικού τοπίου, την περιβαλλοντική ισορροπία, την πυροπροστασία, την ασφάλεια και κυρίως την προσβασιμότητα για όλους.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου δεν είναι απλώς ένα αρχαιολογικό μνημείο. Είναι το σύμβολο της πόλης, ένας ζωντανός χώρος ιστορίας, πολιτισμού και αναψυχής.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν κόπηκαν πολλά ή λίγα δέντρα. Πρέπει να αφορά το πώς θέλουμε να είναι το Κάστρο της Ναυπάκτου τα επόμενα πενήντα χρόνια: ένα μνημείο ζωντανό, προσβάσιμο, ασφαλές και αρμονικά ενταγμένο στο φυσικό του περιβάλλον.
Η ιστορία και η φύση δεν είναι αντίπαλοι. Στη Ναύπακτο μπορούν —και πρέπει— να συνυπάρχουν.