Πλατεία ένας όμορφος κεντρικός χώρος με πολλές ευχάριστες θύμισες.
Βασική θύμηση ότι είσαι άνθρωπος. Ότι ζεις και κινείσαι σε πόλη που κατοικούν υπέροχοι άνθρωποι.
Ότι δικαιούσαι να τη χαίρεσαι, είτε μόνος, είτε με συντροφιά, ό,τι καλύτερο.
Ότι πέρα από την απόλαυση είναι κατάλληλη για συναντήσεις, για περπάτημα, για να περνούν οι ώρες ευχάριστα.
Ωραίες πλατείες ή πλατειούλες , σε κεντρικές ή απόμακρες γειτονιές της πόλης, τους θερινούς μήνες , που η ζέστη είναι ανυπόφορη, φαντάζουν ουρανόσταλτες.
Μεγάλα ποσά δαπανώνται για τον ευπρεπισμό τους.
Σπάνια όμως επιτυγχάνεται η τελειότητα.
Γι’ αυτό στην πρώτη οικονομική δυνατότητα, νέες δαπάνες για την ανάπλασή τους.
Μένουν έξω από το σχεδιασμό τους οι ειδικοί μελετητές του χώρου.
Αυτοί που πέρα από την επιστημονική τους κατάρτιση, έχουν μελετήσει γνωστές πλατείες.
Αν περαστικοί καθίσουμε σε κάποιες άλλων πόλεων και τις θαυμάζουμε, αναρωτιόμαστε.
Γιατί η πόλη μας να στερείται μιας ωραίας πλατείας , όταν οι προϋποθέσεις υπάρχουν.
Υπεύθυνοι δεν είναι οι πολίτες.
Αλλά Δημοτικά Συμβούλια ή όποιες υπηρεσίες αποφασίζουν αναθέσεις ανάπλασης πλατειών.
Δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι πολίτες. Ανεβάζουν το όχημά τους και το παρκάρουν σ’ αυτές. Πέρα από το σπάσιμο της πλακόστρωσης ρυπαίνουν βάφουν. Με τα λάδια που ρέων.
Τι να πω για τα νεαρά άτομα. Πατούν πάνω στο κάθισμα και κάθονται στη ράχη.
Για να μιλούν αφ’ υψηλού, όπως λέγεται κοινά.
Και όμως πόσο φιλόξενα είναι τα παγκάκια.
Τρία τέσσερα παγκάκια, στις άκρες της πλατείας, άνετα φιλοξενούν εννέα με δώδεκα άτομα.
Αυτά που αδυνατούν να διαθέσουν το αντίτιμο ενός καφέ, ενός αναψυκτικού, να το απολαύσουν στην καφετέρια.
Σ’ αυτή που έχει απλώσει τα τραπεζοκαθίσματά της και καλύπτει σχεδόν όλη την έκταση.
Οάσεις είναι οι πλατείες τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ιδιαίτερα αυτές που σκεπάζονται από βαθύσκιωτα πλατάνια.
Αυτό φαίνεται στους νεοφερμένους περιπατητές.
Ρίχνουν κλεφτές ματιές σ’ αυτούς που κάθονται. Να μαντέψουν τις προθέσεις τους.
Αν ετοιμάζονται ν’ αποχωρήσουν. Να ελευθερωθεί κάποια θέση.
Ποιος όμως αφήνει την πλεονεκτική θέση, ύψιστη πολυτέλεια στη βραδινή έξοδο.
Σ’ αυτή συγγενικά η φιλικά ή γνωστά πρόσωπα, φλυαρούν ώρες ολόκληρες.
Πόσα ειπώθηκαν αλλά σε λίγο όλα ξεχάστηκαν.
Αν οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από το ποδόσφαιρο.
Επίκαιρο το θέμα καθώς οι ποδοσφαιρικοί αγώνες βρίσκονται στο ζενίθ του ενδιαφέροντος και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Μπορεί όμως για την πολιτική επικαιρότητα.
Συνεχίζεται η μάχη των εντυπώσεων με τις αλλεπάλληλες σκόπιμες δημοσκοπήσεις.
Σίγουρα η συζήτηση διαγράφεται.
Όμως μένουν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στους διαλόγους, εύστοχους ή ελαφρούς για να κυλά ο χρόνος.
Τα κράτη, με εορταστικές εκδηλώσεις, τιμούν επετείους που συνδέονται με σημαντικά γεγονότα της ιστορίας τους.
Ξεχωριστά αυτά που αφορούν την αποκατάσταση Δημοκρατίας, καταλαμβάνουν πρώτες θέσεις.
Στην Ελλάδα ύστερα από επταετή στέρηση της Δημοκρατίας, αποκαταστάθηκε και πάλι πριν από πενήντα δύο χρόνια την 24η Ιουλίου 1974.
Μπορεί ένα μικρό κομμάτι του πληθυσμού να πιστεύει ότι δεν υπάρχει ανάγκη μιας ξεχωριστής εορτής.
Με το αιτιολογικό ότι τη Δημοκρατία επιβάλλεται να την τιμάμε κάθε μέρα με τη συμπεριφορά μας.
Οι καθημερινές όμως απασχολήσεις του ανθρώπου, συχνά τον αποπροσανατολίζουν.
Γι’ αυτό μία μέρα του χρόνου επιβάλλεται να μας θυμίζει το ευχάριστο γεγονός της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Καθιερώθηκε μία λιτή εορτή στην οποία καλούνται να συμμετάσχουν. Η κυβέρνηση, οι πολιτικοί αρχηγοί, οι πρώην πρόεδροι της Δημοκρατίας, οι πρώην πρωθυπουργοί και πρόσωπα που διακρίνονται σε τομείς της κοινωνικής ζωής.
Η παρουσία τους επισημοποιεί τη Δημοκρατική ενότητα του λαού.
Η φετινή εορτή της Δημοκρατίας σημαδεύτηκε από την απουσία ατόμων που κλήθηκαν να παραστούν, όπως επιβάλλει το πρωτόκολλο το οποίο ισχύει από την ημέρα καθιέρωσης.
Η δικαιολογία, όσων δεν εσιώπησαν, ότι δεν επιθυμούσαν να συγχρωτιστούν με πρόσωπα που έχουν ολοκληρωτικές απόψεις δε στέκει.
Η παρουσία είναι εκείνη που δίνει η αίγλη στην εορτή, προβληματίζει και παραδειγματίζει για αλλαγή στάσης των αντιφρονούντων.
Επιπλέον στο διάστημα του χρόνου που μεσολάβησε από πέρυσι ως φέτος, δεν σημειώθηκε κάποιο γεγονός που απαξιώνει τη εορτή ή δικαιολογεί την απουσία.
Ούτε τα πρόσωπα της εμφαντικής άρνησης πρόσφατα απόκτησαν τη θεσμική ιδιότητα της πρόσκλησης.
Στο παρελθόν με τις ίδιες προϋποθέσεις παραβρέθηκαν στην εορτή.
Μάλιστα με συνθήκες τις οποίες τώρα καταγγέλλουν.
Λησμονούμε ότι την εορτή δεν τη διοργανώνει ο κύριος ή η κυρία Χ, αλλά ο πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά το θεσμικό του ρόλο, όπως προβλέπει η λειτουργία του πολιτεύματος.
Η μία αποδοχή της πρόσκλησης, αν δεν είναι δικαιολογημένη, δείχνει έλλειψη σεβασμού σε θεσμούς που ενώνουν και σφυρηλατούν την κοινή πορεία του λαού.
Η Δημοκρατία είναι κοινό όραμα.
Σημειώνεται πολιτικό ολίσθημα αν υπάρχει η άποψη ότι δύναται να προσαρμόζεται στα θέλω του οποιουδήποτε μέλους της κοινωνίας.
Ίσως ήταν και λάθος, αν έγινε, το γκάλοπ σχετικό με την ανάγκη της εορτής της Δημοκρατίας. Αυτή είναι θεσμός, δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις.
Τα οφέλη από μία πρόσκαιρη διαφήμιση άρνησης, είναι μηδαμινά.
Ο κόσμος περιμένει συνεννόηση ομοψυχία
Είναι κοινό μυστικό ότι τα περιθώρια διαφοροποιήσεων σε εθνικά θέματα στενεύουν.
Επάξια η Ισπανία, γνωστή ποδοσφαιρομάνα, κατέκτησε τον τρόπαιο.
Στην Ελλάδα, με το τέλος της ποδοσφαιρικής γιορτής, άρχισαν τα πανηγύρια.
Με μία διαφορά. Δεν υπάρχουν προκριματικοί αγώνες. Δεν απονέμεται τίτλος πρωταθλητή.
Κάθε πόλη, χωριό, οικισμός, διοργανώνει το πανηγύρι του.
Συνήθως είναι ημέρα της εορτής του Πολιούχου. Μπορεί και η αντίστοιχη σημαντικού γεγονότος.
Το τέλος Αυγούστου φέρνει τη λήξη αυτών των εορταστικών εκδηλώσεων.
Υπήρξε μία περίοδος κάμψης τους. Όμως αναβίωσαν πάλι.
Μάλιστα όπως όλα δείχνουν, συναγωνίζονται αυτά του παλιού καλού καιρού.
Σήμερα παρατηρείται ευρύτατη συμμετοχή. Ιδιαίτερα νέων αμφότερων των φύλων.
Κατά ομάδες προσκολλώνται στους ξέφρενους ελληνικούς είσαι άλλα γραφικά δρώμενα.
Μία αντίθεση με τα πανηγύρια των παλαιών χρόνων.
Η χοροί ήταν ακριβό προνόμιο των ηλικιωμένων ατόμων.
Τώρα χαίρεται ο κόσμος νεαρές και νεαρούς να στροβιλίζονται στους κύκλους του τσάμικου, του συρτού, του ηπειρώτικου, του πεντοζάλη.
Ας μη γνωρίζουν καλά να χορεύουν. Χαίρονται καθώς αποτελούν μέρος του εύθυμου κυκλικού χορού.
Παρακολουθούν τα βήματα, τις καταπληκτικές φιγούρες του λεβέντικου τσάμικου ιδιαίτερα.
Τα γραφικά πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου είναι κάτι άλλο, πέρα από τους μερακλήδες που ανυπομονούν τον ερχομό τους.
Είναι μία ξεχωριστή ευκαιρία συνάντηση συγγενών, φίλων, συγχωριανών.
Αυτή την εποχή μάλιστα από όπως λέγεται είναι προεκλογική, οι υποψήφιοι βουλευτές , τιμούν με την προσωπική τους παρουσία τις πανηγυρικές εκδηλώσεις.
Στο χαιρετισμό που απευθύνουν, αναφέρονται στο πρόγραμμα της παράταξής τους, και στη δική τους απόφαση.
Να υπηρετήσουν τους συμπολίτες τους, από την επίζηλη θέση του βουλευτή.
Γι’ αυτό ζητούν την ψήφο τους. Να είναι δε βέβαιοι ότι δεν πρόκειται να τους διαψεύσει η επιλογή τους.
Τα πανηγύρια είναι μία όμορφη βραδιά που επιτρέπει την κατανάλωση αλκοόλ. Βέβαια όλοι γνωρίζουμε ένα με δύο ποτά. Άλλο αν στην πορεία γίνει υπέρβαση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Τρελοί χοροί κατά προτίμηση ελληνικοί μέχρι να φέξει και όποια-ος αντέξει.
Γι’ αυτό συνήθως το τελευταίο τραγούδι είναι το αθάνατο δημοτικό «ο σκάρος» που έχει σχέση με την έναρξη της πρωινής βοσκής των αιγοπροβάτων.
Η επιτυχία του πανηγυριού απαιτεί μαζικότητα.
Μ’ αυτή δίνεται έμφαση σε αυτό που λέμε χαβαλέ. Να μπορούν να σχολιαστούν ευρύτερα η απελευθέρωση και η επίδειξη.
Τα ευρώ των πενήντα, η χαρτούρα όπως κοινά λέγεται, να φεύγουν στην ορχήστρα.
Παραγγελιές και μαγκιές, σεβαστές όμως να μην ξεφύγει το ήρεμο κλίμα.
Θεάρεστες ενέργειες που κάνουν το χωριό να παραμιλάει.
Με την παρουσία μας, ας ενισχυθεί ο δυνατός δεσμός.
Και να είμαστε βέβαιοι. Κάτι κερδίσαμε σ’ αυτή την καλοκαιρινή σαιζόν.