Τα smartphones έχουν γίνει η προέκταση του εαυτού μας. Τα κρατάμε στα χέρια μας από το πρωί μέχρι το βράδυ, τα τοποθετούμε στο κομοδίνο μας τη νύχτα, τα έχουμε πάντα στην τσέπη ή την τσάντα μας. Δεν είναι απλώς εργαλεία επικοινωνίας, είναι προσωπικοί βοηθοί, ημερολόγια, φωτογραφικές μηχανές, τράπεζες, πλοηγοί, συσκευές ψυχαγωγίας.

Μαζί τους όμως κουβαλάμε και κάτι ακόμη: Μια μικροσκοπική συσκευή εντοπισμού, που καταγράφει σχεδόν κάθε μας κίνηση με ακρίβεια που πολλές φορές ούτε εμείς οι ίδιοι δεν αντιλαμβανόμαστε. Η πληροφορία αυτή, που για τον μέσο χρήστη μοιάζει αφηρημένη ή αβλαβής, αποτελεί το χρυσάφι μιας τεράστιας, παγκόσμιας βιομηχανίας δεδομένων. Και όσο πιο πολύ μπαίνουμε στους κλειστούς χώρους της καθημερινότητάς μας – σπίτια, γραφεία, καταστήματα, αεροδρόμια – τόσο πιο αόρατη και ακριβής γίνεται αυτή η παρακολούθηση.
Η τεχνολογία που γνωρίζουμε περισσότερο είναι το GPS. Εδώ και δύο δεκαετίες, η δορυφορική πλοήγηση επιτρέπει στα τηλέφωνα να εντοπίζουν την τοποθεσία μας με ακρίβεια μερικών μέτρων στον εξωτερικό χώρο. Όμως, μέσα σε κτίρια, το GPS δεν λειτουργεί καλά· τα σήματα αδυνατίζουν ή χάνονται εντελώς. Κι όμως, αν ανοίξουμε σήμερα το κινητό μας σε ένα εμπορικό κέντρο ή έναν σταθμό τρένου, μπορεί να μας δείξει με θαυμαστή λεπτομέρεια σε ποιο ακριβώς κατάστημα ή διάδρομο βρισκόμαστε. Αυτό δεν είναι… μαγεία, αλλά το αποτέλεσμα μιας σειράς τεχνολογιών που έχουν αναπτυχθεί σχεδόν σιωπηλά τα τελευταία χρόνια: Wi-Fi positioning, Bluetooth beacons, αισθητήρες κίνησης, ακόμη και ανάλυση μαγνητικών πεδίων.
Τα περισσότερα κτίρια και δημόσιοι χώροι είναι σήμερα γεμάτα μικρές συσκευές εκπομπής σήματος – γνωστές ως beacons – που χρησιμοποιούν Bluetooth χαμηλής κατανάλωσης (BLE) για να επικοινωνούν με τα κινητά μας. Ενώ υποτίθεται ότι αυτές οι συσκευές τοποθετούνται για την εξυπηρέτηση του πελάτη – για παράδειγμα, να λαμβάνει κουπόνια όταν περνά μπροστά από ένα κατάστημα – στην πράξη δημιουργούν έναν ακριβή χάρτη των κινήσεών μας. Σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που εκπέμπουν τα δίκτυα Wi-Fi και τους αισθητήρες του τηλεφώνου (επιταχυνσιόμετρο, γυροσκόπιο, βαρόμετρο), οι εφαρμογές μπορούν να εντοπίσουν όχι μόνο σε ποιο σημείο ενός κτιρίου βρισκόμαστε, αλλά και προς ποια κατεύθυνση κινούμαστε, ακόμη και σε ποιον όροφο.
Το ανησυχητικό είναι ότι οι εφαρμογές που συλλέγουν αυτά τα δεδομένα δεν είναι μόνο οι αναμενόμενες – όπως οι εφαρμογές χαρτών ή πλοήγησης. Συχνά, πρόκειται για παιχνίδια, εφαρμογές καιρού, φακού ή κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες ζητούν πρόσβαση στην τοποθεσία μας «για καλύτερη εμπειρία χρήσης». Στην πραγματικότητα, η τοποθεσία αυτή καταλήγει σε βάσεις δεδομένων που αγοράζονται, πωλούνται και αναλύονται από εταιρείες, διαφημιστικά δίκτυα, αλλά και τρίτους που ούτε γνωρίζουμε, ούτε εγκρίνουμε. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα δεδομένα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για να εντοπιστούν άνθρωποι σε ευαίσθητες τοποθεσίες – όπως νοσοκομεία, θρησκευτικούς χώρους ή πολιτικές συγκεντρώσεις – εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια.
Η παρακολούθηση σε εσωτερικούς χώρους είναι ακόμη πιο δελεαστική για τις εταιρείες, διότι εκεί περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Τα δεδομένα που συλλέγονται αποκαλύπτουν όχι μόνο πού πάμε, αλλά και πότε, πόσο συχνά και με ποιον ρυθμό. Ένας αλγόριθμος μπορεί να συμπεράνει την καθημερινή μας ρουτίνα: πότε φεύγουμε από το σπίτι, πότε γυρίζουμε, ποια καταστήματα επισκεπτόμαστε, σε ποιον όροφο δουλεύουμε, ακόμη και ποιο είναι το αγαπημένο μας καφέ. Αυτή η λεπτομερής «γεωγραφία της ζωής» είναι πολύτιμη για τις εταιρείες μάρκετινγκ, διότι επιτρέπει στοχευμένες διαφημίσεις σε ακριβή χρονική και χωρική στιγμή. Αν γνωρίζουν ότι περνάμε κάθε πρωί από έναν συγκεκριμένο φούρνο, μπορούν να μας στείλουν μια προσφορά για καφέ ακριβώς πέντε λεπτά πριν φτάσουμε εκεί.
Στο παρασκήνιο, υπάρχουν ήδη παραδείγματα κατάχρησης. Δημοσιογραφικές έρευνες έχουν αποκαλύψει πώς δεδομένα τοποθεσίας που συλλέχθηκαν από φαινομενικά αθώες εφαρμογές χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων ή ακτιβιστών. Σε άλλες περιπτώσεις, δεδομένα πωλήθηκαν σε μεσίτες που τα χρησιμοποίησαν για την αξιολόγηση της εμπορικής κίνησης σε συγκεκριμένες περιοχές ή ακόμη και για την πρόβλεψη της αξίας ακινήτων. Το γεγονός ότι αυτή η βιομηχανία λειτουργεί σχεδόν αόρατα για τον μέσο χρήστη καθιστά το πρόβλημα ακόμη πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε επίγνωση του πόσο ακριβής και συνεχής είναι η παρακολούθηση που υφιστάμεθα. Η ειρωνεία είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις δίνουμε την άδεια μόνοι μας, απλώς πατώντας «Αποδοχή» όταν μια εφαρμογή ζητά πρόσβαση στην τοποθεσία μας. Το κάνουμε για να λειτουργήσει μια υπηρεσία, για να ανοίξουμε έναν χάρτη ή να βρούμε το κοντινότερο εστιατόριο. Στην πραγματικότητα όμως, παραδίδουμε ένα συνεχές ημερολόγιο της ζωής μας – και μάλιστα σε χέρια που δεν γνωρίζουμε.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει. Η τεχνολογία εσωτερικού εντοπισμού δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, αντίθετα, θα γίνεται όλο και πιο ακριβής καθώς οι αισθητήρες και τα δίκτυα βελτιώνονται. Η πρόκληση είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στη χρησιμότητα και την προστασία της ιδιωτικότητας. Αυτό μπορεί να σημαίνει πιο αυστηρή νομοθεσία, μεγαλύτερη διαφάνεια από τις εταιρείες, αλλά και περισσότερη εκπαίδευση των χρηστών. Μέχρι τότε, το κινητό μας θα συνεχίσει να γνωρίζει (και να αποκαλύπτει) πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε.

Βασίλης Μαθιουδάκης
bill.mathioudakis@gmail.com




