Αν υπάρχει μία αγορά που απειλείται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην εποχή του πλήρως ψηφιακού gaming, είναι η αγορά των μεταχειρισμένων παιχνιδιών. Η απόφαση της Sony να σταματήσει την παραγωγή φυσικών δίσκων PlayStation, από το 2028, δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος ενός μέσου αποθήκευσης. Για πολλούς, είναι το τέλος μιας ολόκληρης φιλοσοφίας γύρω από την κατοχή ενός βιντεοπαιχνδιού.
Για δεκαετίες, η αγορά ενός παιχνιδιού σήμαινε ότι αποκτούσαμε ένα αντικείμενο που πραγματικά μας ανήκε. Το βάζαμε στη συλλογή μας, το δανείζαμε σε έναν φίλο, το πουλούσαμε, όταν το ολοκληρώναμε ή το αγοράζαμε μεταχειρισμένο σε μια τιμή που μας επέτρεπε να απολαύσουμε μια μεγάλη κυκλοφορία, χωρίς να ξοδέψουμε μια περιουσία. Αυτή η αλυσίδα κρατούσε ζωντανή μια ολόκληρη οικονομία γύρω από τα βιντεοπαιχνίδια, από μικρά καταστήματα, μέχρι αμέτρητους ιδιώτες που αγόραζαν και πουλούσαν παιχνίδια μεταξύ τους.
Με το πέρασμα σε ένα αποκλειστικά ψηφιακό μοντέλο, όλα αυτά θα αρχίσουν να εξαφανίζονται. Ένα ψηφιακό παιχνίδι δεν μεταπωλείται, δε δανείζεται και δεν αλλάζει χέρια. Παραμένει δεμένο στο λογαριασμό του αγοραστή και στην πραγματικότητα, ο καταναλωτής δεν αποκτά ποτέ την ίδια αίσθηση ιδιοκτησίας που του έδινε ένα φυσικό αντίτυπο. Ακόμη κι αν έχει πληρώσει 80 ή 90 ευρώ, δεν μπορεί να ανακτήσει ούτε μέρος αυτής της αξίας όταν τελειώσει το παιχνίδι.
Το μεγαλύτερο, όμως, ζήτημα δεν είναι μόνο η απώλεια της μεταπώλησης. Είναι η ισορροπία δυνάμεων που αλλάζει υπέρ των εκδοτών. Η αγορά των μεταχειρισμένων λειτουργούσε ανέκαθεν ως ένας φυσικός μηχανισμός πίεσης στις τιμές. Λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία ενός τίτλου, τα πρώτα μεταχειρισμένα αντίτυπα έκαναν την εμφάνισή τους και δημιουργούσαν ανταγωνισμό. Ο παίκτης μπορούσε να επιλέξει αν θα αγόραζε καινούργιο ή μεταχειρισμένο, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και τα καταστήματα προσαρμόζονταν ανάλογα.
Σε έναν κόσμο χωρίς φυσικά αντίτυπα, αυτός ο ανταγωνισμός εξαφανίζεται. Η τιμή ενός παιχνιδιού καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τον εκδότη και το ψηφιακό κατάστημα. Αν δεν υπάρξει κάποια επίσημη προσφορά, ο καταναλωτής δεν έχει εναλλακτική. Δεν μπορεί να βρει ένα φθηνότερο αντίτυπο από κάποιον άλλο παίκτη, ούτε να περιμένει τη φυσιολογική πτώση των τιμών που έφερνε η αγορά των μεταχειρισμένων. Ολόκληρος ο έλεγχος περνά στα χέρια εκείνων που διανέμουν το προϊόν.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Δεν πρόκειται μόνο για μια αλλαγή στον τρόπο διανομής των παιχνιδιών, αλλά για μια μεταβολή στη σχέση ανάμεσα στον παίκτη και τις εταιρείες. Όσο περιορίζονται οι εναλλακτικές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση από ένα και μόνο οικοσύστημα. Ο εκδότης αποφασίζει την τιμή, τη διάρκεια των προσφορών, τη διαθεσιμότητα ενός τίτλου, ακόμη και το πότε θα αποσυρθεί από το ψηφιακό κατάστημα. Ο καταναλωτής, από την άλλη, έχει ολοένα και λιγότερες επιλογές.
Η αγορά των μεταχειρισμένων δεν ήταν ποτέ απλώς ένας τρόπος να εξοικονομήσουμε χρήματα. Ήταν μια δεύτερη ζωή για κάθε παιχνίδι. Ένας τίτλος μπορούσε να περάσει από χέρια σε χέρια, να τον ανακαλύψει κάποιος χρόνια αργότερα και να συνεχίσει να υπάρχει έξω από τους κανόνες που επέβαλλαν οι εκδότες. Ήταν μια αγορά που λειτουργούσε σχεδόν οργανικά, χωρίς να χρειάζεται την έγκριση κανενός.
Υπάρχει και μια πιο συναισθηματική διάσταση, την οποία δύσκολα μπορεί να αντικαταστήσει ένα ψηφιακό αρχείο. Για πολλούς παίκτες, η φυσική συλλογή δεν είναι απλώς πλαστικά κουτιά σε ένα ράφι. Είναι αναμνήσεις. Είναι το παιχνίδι που περίμεναν μήνες να κυκλοφορήσει, το δώρο που πήραν σε κάποια γιορτή, ο τίτλος που αντάλλαξαν με έναν φίλο ή εκείνος που βρήκαν τυχαία μεταχειρισμένο σε ένα μικρό κατάστημα. Κάθε κουτί κουβαλά μια μικρή ιστορία, κάτι που δεν μπορεί να αναπαράγει μια λίστα αγορών σε έναν ψηφιακό λογαριασμό.
Φυσικά, η μετάβαση στο digital έχει και προφανή πλεονεκτήματα. Οι λήψεις είναι άμεσες, δεν υπάρχουν προβλήματα διαθεσιμότητας ή αποθεμάτων και η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη γίνεται από οπουδήποτε. Όμως αυτή η ευκολία συνοδεύεται από ένα τίμημα. Κάθε βήμα προς την ψηφιακή αποκλειστικότητα αφαιρεί ένα ακόμη κομμάτι ελευθερίας από τον καταναλωτή και μεταφέρει περισσότερο έλεγχο στις εταιρείες.
Ίσως αυτός να είναι και ο πραγματικός λόγος που η είδηση της παύσης παραγωγής φυσικών δίσκων από την Sony προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις. Δεν είναι μόνο ότι οι δίσκοι εξαφανίζονται. Είναι ότι μαζί τους χάνεται σταδιακά και η έννοια της ιδιοκτησίας, της επιλογής και μιας αγοράς που μέχρι σήμερα λειτουργούσε ως αντίβαρο στην απόλυτη δύναμη των εκδοτών. Για μια γενιά παικτών που μεγάλωσε ανταλλάσσοντας παιχνίδια στις αυλές των σχολείων, ψάχνοντας ευκαιρίες στα ράφια των καταστημάτων ή χτίζοντας σιγά σιγά τη συλλογή της, αυτό μοιάζει λιγότερο με μια τεχνολογική εξέλιξη και περισσότερο με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Αν έχουμε κάνει έρευνα αγοράς για κάποιον αξιόλογο νέο φορτιστή κινητού, θα έχουμε προσέξει ότι στη συσκευασία κυριαρχεί ένα γράμμα: Το «W». Είτε πρόκειται για έναν μικρό φορτιστή 20W είτε για έναν ισχυρό των 100W για laptop, τα watts έχουν καθιερωθεί ως ο κοινός τρόπος να περιγράφουμε πόσο «δυνατός» είναι ένας φορτιστής. Ο λόγος που η βιομηχανία κατέληξε σε αυτή τη μονάδα δεν είναι τυχαίος, αλλά έχει να κάνει με απλή φυσική.
Από τα volt και τα amper στα watts
Στις πρώτες γενιές smartphones, οι φορτιστές περιγράφονταν ξεχωριστά με βάση την τάση (volt) και το ρεύμα (amper). Ένας τυπικός παλιός φορτιστής USB έδινε, για παράδειγμα, 5 volt στο 1 amper. Καθώς όμως οι μπαταρίες μεγάλωναν και οι χρήστες ζητούσαν πιο γρήγορη φόρτιση, το να έχουμε στο μυαλό μας δύο ξεχωριστούς αριθμούς έγινε αρκετά μπερδεμένο. Το watt επικράτησε επειδή είναι άμεση μέτρηση ισχύος, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε πολλαπλασιασμό στο κεφάλι μας, κατά την αγορά ενός φορτιστή!
Η απλή φυσική πίσω από τα watts
Ο τύπος είναι απλός: Watt ισούται με Volt επί Amper (W = V × A). Μια εύκολη εικόνα για να το καταλάβουμε, είναι να σκεφτούμε το ρεύμα σαν νερό μέσα σε σωλήνα. Η τάση είναι η πίεση με την οποία σπρώχνεται το νερό, ενώ το ρεύμα είναι ο όγκος του νερού που περνάει τη δεδομένη στιγμή. Αν ξέρουμε μόνο την πίεση, δεν ξέρουμε πόσο νερό γεμίζει τον κουβά μας. Χρειαζόμαστε και τα δύο μαζί. Τα watts είναι ακριβώς αυτό: Η συνολική ροή ενέργειας σε έναν ενιαίο, κατανοητό αριθμό. Καθώς οι σύγχρονοι φορτιστές προσαρμόζουν έξυπνα τάση και ρεύμα σε πραγματικό χρόνο για μέγιστη απόδοση, η αναγραφή ενός μοναδικού αριθμού watt έγινε ο πιο βολικός τρόπος να δηλωθεί η πραγματική δυνατότητα ενός φορτιστή.
Γιατί ένας «γρήγορος» φορτιστής μπορεί να φορτίζει αργά
Αν αποφασίσουμε να αγοράσουμε τον πιο ισχυρό φορτιστή που θα βρούμε, δεν θα έχουμε κατ’ ανάγκη και τη μέγιστη ταχύτητα φόρτισης. Ένας φορτιστής 120W δεν σημαίνει ότι το κινητό μας θα φορτίσει πράγματι στα 120W. Η φόρτιση δεν είναι μονόδρομος όπου η πρίζα απλώς «σπρώχνει» ρεύμα μέσα στη συσκευή. Το τηλέφωνο, ο φορτιστής και το καλώδιο επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους μέσω έξυπνων πρωτοκόλλων και η συσκευή είναι αυτή που τελικά αποφασίζει τη μέγιστη ισχύ που μπορεί να δεχτεί με ασφάλεια.
Το standard καλώδιο USB-C είναι πιστοποιημένο για έως 60W. Για μεγαλύτερη ισχύ, τα καλώδια χρειάζονται ένα μικροσκοπικό chip e-marker, το οποίο ο φορτιστής αναζητά μόλις συνδεθεί, για να επιβεβαιώσει ότι το καλώδιο αντέχει με ασφάλεια το επιπλέον ρεύμα και τη θερμότητα που παράγεται. Αν αυτό το chip λείπει, το σύστημα «κατεβάζει» αυτόματα την ισχύ στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Το τελικό αποτέλεσμα καθορίζεται πάντα από τον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας φορτιστή – καλωδίου – συσκευής, όσο ισχυρό κι αν είναι το ρεύμα που «υπόσχεται» ο φορτιστής στη συσκευασία του.
Συμπέρασμα
Το watt είναι απλώς ένας αριθμός στη συσκευασία, αλλά η πραγματική ταχύτητα φόρτισης εξαρτάται από τον συνδυασμό φορτιστή, καλωδίου και συσκευής και όχι μόνο από το μεγαλύτερο νούμερο που βλέπουμε στο ράφι. Πριν πληρώσουμε παραπάνω για έναν φορτιστή 100W ή 120W, αξίζει να σιγουρευτούμε ότι η συσκευή μας μπορεί πράγματι να εκμεταλλευτεί τόση ισχύ και ότι το καλώδιο που θα χρησιμοποιήσουμε θα μπορεί δεν μεταφέρει την ισχύ αυτή στο κινητό μας.
Οι πρώτες απαγορεύσεις και περιορισμοί στη χρήση των smart glasses αρχίζουν να εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικότητας. Καμία χώρα δεν έχει απαγορεύσει εντελώς την τεχνολογία, ωστόσο αρκετές έχουν περιορίσει τη χρήση της σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ άλλες εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα. Περιορισμούς επιβάλλουν πλέον και ιδιωτικές εταιρείες, κυρίως σε διοργανώσεις εκδηλώσεων και σε συνέδρια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα smart glasses επιτρέπονται γενικά ελεύθερα, όμως η πολιτεία της Νέας Υόρκης τα έχει απαγορεύσει σε όλα τα δικαστήριά της. Τα γυαλιά με δυνατότητα εγγραφής ενδέχεται να εκληφθούν ως απόπειρα εκφοβισμού των εμπλεκομένων σε μια υπόθεση, ενώ πολλές δικογραφίες περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπου μη εξουσιοδοτημένες εγγραφές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους. Πιο περιορισμένες απαγορεύσεις στα δικαστήρια έχουν εισαγάγει και άλλες πολιτείες, ανάμεσά τους η Φιλαδέλφεια, η Χαβάη και η Βόρεια Καρολίνα.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ απαγορεύει στα στελέχη της να φορούν, όταν βρίσκονται εν στολή, γυαλιά με ανακλαστικούς φακούς ή smart glasses που διαθέτουν δυνατότητες φωτογράφησης, βιντεοσκόπησης ή τεχνητής νοημοσύνης. Ο κανόνας φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με ζητήματα εμφάνισης και ομοιομορφίας της στολής, παρά με κάποια αντίθεση στην ίδια την τεχνολογία, κάτι που υποδηλώνει και η ρητή αναφορά στους ανακλαστικούς φακούς. Παράλληλα, αρκετοί συμμετέχοντες σε συνέδρια, όπως το DEF CON 34, το μεγάλο συνέδριο hacker, αποκλείστηκαν λόγω της χρήσης των Meta glasses ή παρόμοιων συσκευών. Οι διοργανωτές επισήμαναν ότι το λαμπάκι εγγραφής ορισμένων γυαλιών δεν είναι ιδιαίτερα εμφανές και ότι τα γυαλιά μπορούν να καταγράφουν άτομα εν αγνοία τους.
Παρόμοια είναι η εικόνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα δικαστήρια δεν απαγορεύουν ρητά τη χρήση τους, ωστόσο μετά από περιστατικό στο οποίο κάποιος δεχόταν υποδείξεις από το ενσωματωμένο AI των γυαλιών κατά τη διάρκεια δίκης, η χρήση τους θεωρείται πλέον ανεπιθύμητη. Καθώς ισχύουν και περιορισμοί στις εγγραφές εντός των βρετανικών δικαστηρίων, η λήψη φωτογραφιών ή βίντεο με smart glasses παραβιάζει τους κανόνες, όπως ακριβώς και με ένα κινητό ή μια κανονική κάμερα. Εταιρείες όπως η Monopoly Events έχουν απαγορεύσει τα γυαλιά με κάμερα στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν, έπειτα από καταγγελίες για κρυφές εγγραφές, ενώ έχει κατατεθεί και αίτηση προς την κυβέρνηση για απαγόρευση της πώλησης και της προώθησής τους στη χώρα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει έκθεση για τα smart glasses, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες. Παράλληλα με τη συζήτηση για γενικότερους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, ορισμένα κράτη μέλη λαμβάνουν ήδη τις δικές τους αποφάσεις. Η αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων της Γερμανίας προειδοποίησε ότι τα γυαλιά με κάμερα ενδέχεται να απαγορευτούν βάσει υφιστάμενων νόμων για τις κρυφές συσκευές εγγραφής που είναι ενσωματωμένες σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Στην Ολλανδία, ακτιβιστές για τα ψηφιακά δικαιώματα έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τη δυνατότητα καταγραφής ανθρώπων εν αγνοία τους, ενώ η γαλλική ρυθμιστική αρχή CNIL έχει επισημάνει τους κινδύνους που θέτουν για την ιδιωτικότητα.
Στη Νότια Κορέα εφαρμόζεται ένα διαφορετικό είδος απαγόρευσης: Η χώρα έχει απαγορεύσει ρητά τα smart glasses στις αίθουσες εξετάσεων, έπειτα από περιστατικά όπου μαθητές πιάστηκαν να επιχειρούν να αντιγράψουν με αυτά. Οι έξυπνες συσκευές απαγορεύονται ούτως ή άλλως στις εξετάσεις των περισσότερων σχολείων παγκοσμίως, ωστόσο, δεδομένης της σημασίας της Εθνικής Εξέτασης Πανεπιστημιακής Ικανότητας (College Scholastic Ability Test), η ρητή αναφορά αίρει κάθε αμφιβολία για το αν επιτρέπεται καν η είσοδος τέτοιων γυαλιών στην αίθουσα.
Οι απαγορεύσεις παραμένουν προς το παρόν λίγες, κάτι που ενδέχεται να αλλάξει αν δεν υπάρξουν εξελίξεις σε επίπεδο σχεδιασμού των έξυπνων γυαλιών. Η βασική ανησυχία αφορά την ιδιωτικότητα όσων βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της κάμερας, ιδίως όταν δεν γνωρίζουν ότι καταγράφονται. Μια πιθανή λύση, σύμφωνα με το Techradar, θα ήταν να γίνεται πολύ πιο εμφανές πότε τα γυαλιά καταγράφουν, με πιο έντονα λαμπάκια, δυνατό ήχο κλείστρου στη φωτογράφιση ή ηχητική ένδειξη κατά την εγγραφή βίντεο. Οι χρήστες, από την πλευρά τους, ζητούν μεγαλύτερο έλεγχο στα δεδομένα που μπορούν να προσπελάσουν οι κατασκευαστές, αλλά και περισσότερη διαφάνεια σχετικά με το ποιες εικόνες και βίντεο κοινοποιούνται ή μπορούν να καταστούν προσβάσιμα σε τρίτους.
Ένα νέο καινοτόμο σύστημα πλοήγησης που καταργεί την ανάγκη χρήσης δορυφόρων κάνει το ντεμπούτο του, προσφέροντας αυξημένη ακρίβεια σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα.
Το νέο σύστημα Ironstone Opal της Αυστραλιανής Q-CTRL αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα στον γεωεντοπισμό, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένους αισθητήρες, όπως τα μαγνητόμετρα, τα οποία διαβάζουν ακόμη και τις πιο αμελητέες μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Εάν τελικά επαληθευτούν οι προσδοκίες της εταιρείας, τότε πιθανότατα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική αλλαγή καθώς το σύστημα υπόσχεται έως και 50 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από το συμβατικό GPS.
Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη μοναδική μαγνητική «υπογραφή» κάθε περιοχής, δημιουργώντας έναν «ψηφιακό χάρτη» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πλοήγηση, ακόμη και σε σημεία όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δορυφορικό σήμα.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του Ironstone Opal. Επεξεργάζεται τα μαγνητικά δεδομένα ανά πάσα στιγμή, φιλτράρει τις παρεμβολές, ακόμη και αυτές που προέρχονται από το ίδιο το όχημα, και ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους λειτουργίας ώστε να προσφέρει κορυφαία ακρίβεια.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας προσφέρει στο Ironstone Opal «ανοσία» στις παρεμβολές, πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα συμβατικά GPS.
Έπειτα από τις πρώτες δοκιμές του συστήματος, παρατηρήθηκαν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Κατ΄ αρχάς παρατηρήθηκε μέγιστη απόκλιση μόλις 22 μέτρων σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Επίσης παρουσίασε 11 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από τα συστήματα που χρησιμοποιούν αισθητήρες κίνησης, ενώ τα σφάλματα θέσης μειώθηκαν έως και 7 φορές σε σύγκριση με αντίστοιχες τεχνολογίες.
Το Ironstone Opal έχει σχεδιαστεί κυρίως για χρήση σε τοποθεσίες όπου η πλοήγηση με GPS είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως σε αστικά κέντρα με ψηλά κτήρια που μπλοκάρουν τα σήματα, σε αυτόνομα οχήματα, ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χωρίς δορυφορική κάλυψη.
Το βασικό μειονέκτημα προς το παρόν είναι ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από λεπτομερείς μαγνητικούς χάρτες της εκάστοτε περιοχής οι οποίοι προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμοι σε ευρεία κλίμακα. Έτσι, προς το παρόν, το Ironstone Opal μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά με το υπάρχον GPS και όχι ως αντικαταστάτης του.
Ωστόσο, εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός, η απεξάρτηση από δορυφόρους ίσως γίνει πραγματικότητα, με τεράστιες επιπτώσεις στην αυτοκίνηση και την καθημερινή πλοήγηση των χρηστών.