Καθημερινά σχεδόν αναγράφεται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Ηλικιωμένοι έπεσαν θύματα θρασύτατων κλεφτών.
Κάποιοι απώλεσα σημαντικά χρηματικά ποσά.
Άλλων τους ξάφρισαν χρυσαφικά ή άλλα πράγματα αξίας.
Πολλοί που αντιστάθηκαν, κατέληξαν στο νοσοκομείο, αν δεν αποχαιρέτησαν το μάταιο κόσμο.
Όπως επισημαίνεται από την ειδησιογραφία, οι άνθρωποι αυτοί ζουν μόνοι τους.
Από τις έρευνες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, διαπιστώνεται ότι οι ηλικιωμένοι αυξάνονται.
Μάλιστα το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία στην πολιτεία. Αλλά μόνο στα λόγια.
Γιατί τα μέτρα που λαμβάνονται είναι επιδερμικά και όχι ριζική αντιμετώπιση σε βάθος χρόνου.
Απουσιάζει σοβαρή πολιτική σκέψη η οποία ν’ αποτελέσει εφαλτήριο σωστών ενεργειών ανακούφισης των γηρατειών.
Οι συζητήσεις των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, στα καφενεία, στα παγκάκια της πλατείας, στις συνάξεις σε γιορτές, περιστρέφεται γύρω απ’ αυτό το ενδιαφέρον θέμα.
Της περιποίησης, της συντροφιάς τους.
Γιατί το γήρας ουκ έρχεται μόνο.
Πριν κάποια χρόνια, ο φροντιστής των ηλικιωμένων, δέσποζε ως το προσοδοφόρο επάγγελμα του μέλλοντος.
Η διάψευση όμως έφτασε με γρήγορους ρυθμούς. Είτε γιατί ο αριθμός τους αυξάνεται με ξέφρενους ρυθμούς, είτε τα εργατικά χέρια μειώθηκαν.
Γεγονός είναι και τα δύο συναγωνίζονται για την πρωτιά.
Η οικογένεια, μέσα στην οποία ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά, έχασε την παλαιά της αίγλη.
Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το νέο ζευγάρι συγκατοικεί με τους γονείς του.
Έτσι ζουν σε μία κατάσταση συνεχούς μοναχικότητας.
Αναμένουν τις ολιγόλεπτες επισκέψεις των οικείων τους, των συγγενών τους.
Να τους συγυρίσουν το σπίτι. Να τους αγοράσουν τα απαραίτητα της διαβίωσής τους. Να τους οδηγήσουν στο γιατρό.
Να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι σε αυτή την κοινωνία.
Στα πολιτισμένα κράτη λειτουργεί οργανωμένο δίκτυο κρατικής πρόνοιας που έχει στη διάθεση του δημόσιες δομές.
Στην Ελλάδα υποχρεώνονται μόνοι τους να λύσουν το γόρδιο δεσμό του μέλλοντός τους.
Για αυτό έχει επικρατεί στην α λέγεται: «Ο καλύτερος φίλος του ηλικιωμένου είναι ένα καλό εισόδημα».
Υπάρχει όμως δυνατότητα οικονομικής άνεσης;
Όχι βέβαια την ώρα που οι συντάξεις είναι καθηλωμένες για μία εικοσαετία περίπου και ο τιμάριθμος πέταξε στα ύψη.
Η γήρανση του πληθυσμού και στην Ελλάδα είναι γρήγορη.
Όμως η φροντίδα τους επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, σε ιδιώτες ή σε φορείς όπως είναι η Εκκλησία.
Οι οίκοι ευγηρίας όμως, αν δεν επιχορηγούνται από το κράτος, δικαιολογημένα λόγω του κόστους της ημερήσιας φροντίδας, απαιτούν αντίτιμο περιποίησης που δύσκολα μπορεί να πληρωθεί.
Η Εκκλησία κάνει την υπέρβαση και έρχεται να απαλύνει τη μοναξιά τους.
Όμως πενιχρά τα έσοδα της, αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της κοινωνίας.
Η πολιτεία, ας άργησε, κάλλιο αργά παρά ποτέ, ας μελετήσει το θέμα.
Αναξιοποίητοι χώροι για τη στέγαση ηλικιωμένων υπάρχουν.
Μπορεί να αποτελέσουν την αφετηρία για τομές στη φροντίδα αυτών των ανθρώπων.
Να επιχορηγούνται τα κέντρα περίθαλψης των ηλικιωμένων ώστε η ιδιωτική πρωτοβουλία ν’ ασχοληθεί πιο ενεργά.
Πριν δύο μήνες, επισκέφθηκα την Στοκχόλμη για πρώτη φορά. Πήγα εκεί ως συντονίστρια μιας πρότασης χρηματοδότησης για την απανθρακοποίηση ενός εργοστασίου παραγωγής χάλυβα. Είχα μόνο μία μέρα στη διάθεσή μου για εξερεύνηση. Χρειαζόμουν να περπατήσω στη σιωπή, επειδή είχα περάσει τις προηγούμενες δύο ημέρες μιλώντας συνεχώς με κόσμο. Αφού περπάτησα περίπου 20 χιλιόμετρα χωρίς να το καταλάβω, κατέληξα στο μουσείο Vasa. Αρχικά, δίστασα να μπω· δεν ήμουν σίγουρη αν με ενδιέφερε να δω ένα σαπιοκάραβο που ανασύρθηκε από τον βυθό. Κάποιο ένστικτο με τράβηξε και μπήκα. Εκεί πέρασα τρεις από τις πιο συναρπαστικές ώρες της ζωής μου.
Το Vasa βούλιαξε πριν από 400 περίπου χρόνια στο πρώτο του ταξίδι, 1.500 μέτρα από το λιμάνι της Στοκχόλμης από όπου ξεκίνησε. Η τοποθεσία του στον βυθό ξεχάστηκε για αιώνες, μέχρι που ξαναεντοπίστηκε στα τέλη της δεκαετίας 1950, και τελικά ανασύρθηκε το 1961 μετά από γιγαντιαίες προσπάθειες ανεξάρτητων ερευνητών. Έκτοτε, εκτίθεται στο μουσείο που φέρει το όνομα του. Είναι το μεγαλύτερο ξύλινο πλοίο που έχει ποτέ ανασυρθεί και διατηρείται ακόμη. Έμαθα ότι 95% του πλοίου έχει παραμείνει ακέραιο μέσα στους αιώνες, λόγω της χαμηλής αλατότητας της Βαλτικής.
Περίπου 150 άτομα ταξίδευαν με το Vasa, εκ των οποίων 30-50 έχασαν τη ζωή τους όταν το πλοίο βυθίστηκε. Το Vasa ήταν ένα τεχνολογικό επίτευγμα που απέτυχε λόγω αστοχιών σχεδιασμού και πολιτικών πιέσεων για γρήγορη κατασκευή. Στην προσπάθεια τους οι άνθρωποι να φτιάξουν το πιο πρωτοποριακό και επιβλητικό πολεμικό πλοίο της εποχής, παρέβλεψαν βασικές λεπτομέρειες ασφαλείας. Παρέβλεψαν τους επιβάτες, οι οποίοι έγιναν αναλώσιμοι, σαν να έσβηναν, σαν να ήταν φευγαλέοι.
Αιώνες αργότερα, ήταν η ανθρώπινη θέληση που κατάφερε να ανασύρει το πλοίο, αλλά και να ανακατασκευάσει ό,τι είχε χαθεί. Λες και ο άνθρωπος προσπάθησε να διορθώσει το λάθος, βάζοντας τους επιβάτες που χάθηκαν στο προσκήνιο. Κάθε σορός που σώθηκε έχει ένα όνομα, μια ταυτότητα, μια ιστορία και συνοδεύεται από ρούχα και αντικείμενα που του ανήκαν. Ένιωσα ότι ήταν ένας φόρος τιμής για κάθε ζωή που είχε χαθεί. Το μουσείο παρουσιάζει το Vasa ως ζωντανό οργανισμό που ταξιδεύει και εξελίσσεται στον χρόνο, για να θυμίζει ταυτόχρονα την ματαιοδοξία αλλά και το μεγαλείο του ανθρώπου.
Σε μια γωνιά του μουσείου υπήρχε μια οθόνη που απεικόνιζε το βυθό να κινείται. Κάθισα σε έναν καναπέ μπροστά από την οθόνη και έβαλα τα ακουστικά για τους επισκέπτες. Μια βαθιά και ήρεμη φωνή μιλούσε για το πώς, πλησιάζοντας τους νεκρούς, μπορούμε να μάθουμε πιο πολλά για τη ζωή. Η φωνή καλούσε τους επισκέπτες να σαρώσουν ένα QR code και να γράψουν τις σκέψεις τους για τη ζωή και τον θάνατο. Οι σκέψεις αυτές αναδύονταν ανώνυμα από το βυθό στην οθόνη. Τις κοιτούσα απορροφημένη για ώρα, μέχρι που έγραψα κι εγώ τη δική μου: «Θέλω να αφιερώσω τη ζωή μου σε έναν σκοπό». Πρόσφατα, έφερα στο μυαλό μου αυτό που είχα γράψει και σκέφτηκα ότι ίσως ο σκοπός να είναι μπροστά μου, στις λεπτομέρειες που παραβλέπω όταν βιάζομαι να διεκπεραιώσω… Ίσως κάθε σκέψη, λέξη και πράξη να έχει τις απαντήσεις που ψάχνω…
Ερικέττη Σέρβου – Σύμβουλος καινοτομίας και co-founder της AskE
Τον σχεδιασμό της κυβέρνησης για τους δημόσιους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και τα ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ-ΜΕΑ καταγγέλλουν αιρετοί και απαιτούν αναβάθμιση των κοινωνικών δομών, μόνιμη και σταθερή δουλειά για τους εργαζόμενους στους δήμους.
Όπως αποτυπώνεται στο προσχέδιο διάταξης νόμου με τον τίτλο “Διαδικασία στελέχωσης για την κάλυψη αναγκών των βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών και Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών”, γίνεται προσπάθεια εφαρμογής ενός συστήματος πλήρους ανταποδοτικότητας μέσω voucher και σύνδεσης της χρηματοδότησης με τον αριθμό των εξυπηρετούμενων παιδιών και η δημιουργία ενός πανελλαδικού “μητρώου” εργαζομένων ορισμένου χρόνου.
Όλα τα παραπάνω οδηγούν στην παραπέρα υποβάθμιση κρίσιμων κοινωνικών υπηρεσιών, στην περιπλάνηση των εργαζομένων σε διάφορες δομές, στην ανακύκλωση της ανεργίας, στην εργασιακή ομηρία και στη ναρκοθέτηση της μονιμοποίησης εργαζομένων που προσφέρουν για χρόνια.
Καλούν δε την ΚΕΔΕ να πάρει σαφή θέση υπέρ της διασφάλισης των εργαζομένων και κατά της διάλυσης των κοινωνικών δομών.