Μέσα στις σημαντικές αλλαγές που έφερε στην Αυτοδιοίκηση ο Καλλικράτης το 2010 ήταν και ο θεσμός του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Ο θεσμός ήρθε να συμβάλει στην αντιμετώπιση προβλημάτων, δυσλειτουργιών και κακοδιοίκησης, να διασφαλίσει την τήρηση της νομιμότητας η οποία πολλές φορές στην πράξη αναιρείται από τη μη εφαρμογή ή και από την έλλειψη αποφάσεων.
Στις αρμοδιότητες του Συμπαραστάτη είναι να δέχεται καταγγελίες άμεσα θιγόμενων πολιτών και επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του δήμου, των νομικών του προσώπων και των επιχειρήσεών του, και να διαμεσολαβεί προκειμένου να επιλυθούν τα σχετικά προβλήματα.
Ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να απαντά εγγράφως ή ηλεκτρονικά εντός συγκεκριμένων ημερομηνιών στους ενδιαφερόμενους.
Αν και οι συνθήκες ήταν ώριμες, για την εφαρμογή του, η πλειονότητα των Δημοτικών Συμβουλίων, καθώς και αρκετών Περιφερειακών δεν ανέδειξαν Συμπαραστάτες, παρόλο που σε άλλες χώρες τις Ευρώπης ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες. Στην πράξη αποδείχτηκε πως ο θεσμός απαξιώθηκε πριν προλάβει να γεννηθεί. Αυτό πιθανότατα να οδήγησε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να καταργήσει το θεσμό με το νόμο του Κλεισθένη. Στο πλαίσιο όμως των τροποποιήσεων που ψηφίστηκαν με την κυβέρνηση της ΝΔ ο θεσμός επανήλθε απαιτώντας πλέον για την εκλογή του όχι την πλειοψηφία των 2/5 αλλά των 3/5 των παρόντων δημοτικών συμβούλων.
Δεν φαίνεται όμως να συνέβαλε θετικά η ρύθμιση αυτή στην ενίσχυση του θεσμού κρίνοντας και από την τελευταία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου Ναυπακτίας που δεν εξέλεξε Συμπαραστάτη του Δημότη, αν και υπήρξε μόνο ένας υποψήφιος.
Στις συζητήσεις που έχουν κατά καιρούς γίνει σε forum και συνέδρια για το συγκεκριμένο θέμα, η απαξίωση του συγκεκριμένου θεσμού αποδίδεται κυρίως στους παρακάτω λόγους:
Η έλλειψη ευρύτερης συναίνεσης των μελών των Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία οφείλεται στην έλλειψη κουλτούρας συναινέσεων σε ένα πολιτικό σύστημα που έχει μάθει να συγκρούεται και να μην μπορεί να συμφωνήσει ούτε στα ελάχιστα που μπορεί να είναι και αυτονόητα. Μην ξεχνάμε ότι η συναίνεση, που είναι η βάση των πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην ελληνική πολιτική ζωή είναι μια λέξη σχεδόν δαιμονοποιημένη, συνώνυμη της προδοσίας.
Η συγκεντρωτική αντίληψη διαχείρισης των αυτοδιοικητικών υποθέσεων μέσα από ένα δημαρχοκεντρικό μοντέλο διοίκησης, όπου ένας ανεξάρτητος θεσμός δηλαδή ένα μη ελεγχόμενο από την διοίκηση πρόσωπο, μπορεί να «ενοχλεί» παγιωμένες αντιλήψεις και νοοτροπίες διαχείρισης;
Η δυσκολία εξεύρεσης προσωπικοτήτων με ευρύτερο κύρος και γνώση των θεμάτων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Και αυτό γιατί στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο μετά τις εκλογές τις θέσεις να καταλαμβάνουν οι υποψήφιοι που δεν εκλέχτηκαν από την παράταξη του δημάρχου και όχι άνθρωποι με κριτήριο την αξία τους, τα προσόντα τους και τη δυνατότητα τους να προσφέρουν.
Οι συνολικά παγιωμένες αντιλήψεις ότι οι σχέσεις με τους πολίτες πρέπει να διατηρηθούν στο επίπεδο προσωπικών σχέσεων εξυπηρετήσεων για να συντηρούν τις σχέσεις εξάρτησης αιρετών και πολιτών με γνώμονα την επανεκλογή.
Τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης όχι μόνο δεν συνέβαλαν και δεν παρότρυναν τα Δημοτικά Συμβούλια να εκλέξουν Συμπαραστάτες, αλλά αρχικά με τη σιωπή τους, και στη συνέχεια με ξεκάθαρο αίτημά τους μέσω της ΚΕΔΕ ζήτησαν την κατάργηση του θεσμού, με πρόσχημα τις περικοπές που έχει υποστεί η αυτοδιοίκηση.
Τέλος μεγάλο ρόλο στην πρώιμη απαξίωση του θεσμού, έπαιξε και η ελλιπής ενημέρωση των δημοτών, για την πρόβλεψη που υπήρχε στο νόμο του Καλλικράτη σχετικά με το νέο θεσμό. Η έλλειψη ενημέρωσης απενεργοποίησε την δυνατότητα της τοπικής κοινωνίας και των ενεργών πολιτών εν γένει να ζητήσουν την εφαρμογή του νόμου, για ένα θεσμό άλλωστε, που πρωτίστως προβλέφθηκε γι’ αυτούς.
