Ερώτηση προς τον Υπουργό Ανάπτυξης κατέθεσε η βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του ΠΑΣΟΚΧριστίνα Σταρακά για την πρωτοφανή αδικία εις βάρος της Δυτικής Ελλάδας εξαιτίας της εξαίρεσης της Περιφέρειας από την κατανομή πόρων στο πλαίσιο του Αναπτυξιακού Νόμου.
Όπως αναφέρει, από τα 224,6 εκ. ευρώ για επιχορηγήσεις επενδύσεων και τα 177,6 εκ. ευρώ για φοροαπαλλαγές του Υπουργείου Ανάπτυξης σε επιλέξιμα επενδυτικά σχέδια, τριών καθεστώτων του νέου κύκλου του Αναπτυξιακού νόμου (Ενίσχυση Τουριστικών Επενδύσεων Α’ και Β’ κύκλου και Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα Β’ κύκλου), για τις ανάγκες των Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας, Αχαΐας και Ηλείας κατανέμονται μόλις 1,9 εκ. ευρώ.
Παράλληλα, η Χριστίνα Σταρακά επισημαίνει την εξωφρενική απόφαση του Υπουργείου για μείωση του ύψους των επενδυτικών σχεδίων από τις Περιφέρειες, από 3 εκ. ευρώ που ίσχυε με τον προηγούμενο Αναπτυξιακό Νόμο (Ν. 4399/2016) στο ποσό του 1 εκ. ευρώ παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί αίτημα από τις περιφέρειες όλης της χώρας για αύξηση του συγκεκριμένου ορίου στα 5 εκ. ευρώ.
Σε δηλώσεις της για το θέμα, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε:
«Η κυβέρνηση αποφάσισε σε μια νύχτα να πετάξει τη Δυτική Ελλάδα έξω από τον Αναπτυξιακό Νόμο. Η αδικαιολόγητη αυτή στάση του Υπουργείου Ανάπτυξης έρχεται σε σύγκρουση με τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού για ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.
Ο επιχειρηματικός κόσμος της περιοχής είναι έντονα δυσαρεστημένος με αυτή την εξέλιξη. Δεν υπάρχει καμία λογική εξήγηση γιατί η κυβέρνηση τιμωρεί με τέτοιο τρόπο τη Δυτική Ελλάδα για επενδύσεις σε τομείς που ενισχύουν την τοπική οικονομία, αυξάνουν την απασχόληση, στηρίζουν την επιχειρηματικότητα και τις οποίες έχει ανάγκη ο τόπος.
Πώς θα επιτευχθεί ο πολυπόθητος στόχος της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης, μετά τα ελάχιστα χρήματα που έδωσε για φορολογική απαλλαγή και μετά τη μείωση του ύψους των επενδυτικών σχεδίων στις Περιφέρειες;
Ζητάμε από τον Υπουργό Ανάπτυξης να διορθώσει άμεσα αυτή την αδικία εις βάρος της Δυτικής Ελλάδας.»
Ξεκίνησαν και συνεχίζονται, με καταληκτική ημερομηνία την 30η Ιουνίου 2026, οι εγγραφές στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπάκτου – ΣΔΕ, για το σχολικό έτος 2026-2027.
Το σχολείο βρίσκεται και λειτουργεί στις εγκαταστάσεις του 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου (1οςόροφος) στην οδό Νίκου Τσάρα 9, Ναύπακτος.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο που εισάγεται μέσω του Προεδρικού Διατάγματος 194/2025 και του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, ανατρέπονται θεμελιωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας, παγώνουν επενδύσεις και οδηγείται σε πλήρη αβεβαιότητα η οικοδομική δραστηριότητα σε μικρούς οικισμούς.
Παράλληλα, μπαίνει θέμα συνταγματικότητας και αναλογικότητας, καθώς εφαρμόζονται οριζόντιες ρυθμίσεις χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρών περιοχών. Τα παραπάνω αναφέρθηκαν στις τοποθετήσεις των αιρετών στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας –ΚΕΔΕ.
Επισημάνθηκε το μέγεθος του προβλήματος, καθώς χιλιάδες ακίνητα, τα οποία επί δεκαετίες θεωρούνταν άρτια και οικοδομήσιμα, φορολογήθηκαν ως οικόπεδα και εντάχθηκαν σε δημόσια έργα και δίκτυα, πλέον μετατρέπονται σε μη οικοδομήσιμα αγροτεμάχια. «Πρόκειται για μια αιφνίδια ανατροπή ενός καθεστώτος 40 ετών», τόνισαν χαρακτηριστικά οι δήμαρχοι, υπογραμμίζοντας ότι δεν προβλέφθηκαν μεταβατικές διατάξεις ή αντισταθμιστικά μέτρα.
Να σημειωθεί πως υπάρχει απόφαση του ΔΣ της ΚΕΔΕ της 26ης Φεβρουαρίου, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις:
► διατήρηση των ορίων στους μικρούς οικισμούς κάτω των 700 κατοίκων,
► ευελιξία στους όρους δόμησης για οικισμούς έως 2.000 κατοίκους,
► του ρόλου των δημοτικών συμβουλίων στον καθορισμό αρτιότητας,
► επιτάχυνση καταγραφής του οδικού δικτύου,
► και εξασφάλιση επαρκούς χρόνου για διαβούλευση στα ΤΠΣ.
Έντονο προβληματισμό εκφράζει η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας – ΚΕΔΕ για τις προωθούμενες αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησης και χρηματοδότησης, των Κοινωνικών Δομών των Δήμων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αστάθειας σε αυτές.
Τονίζεται ότι οι πάγιες ανάγκες των Δήμων δεν μπορούν να καλύπτονται με επισφαλείς μορφές εργασίας, ενώ αναδεικνύεται και ο κίνδυνος απώλειας έμπειρου προσωπικού.
Η ΚΕΔΕ ζητά διασφάλιση της συνέχισης λειτουργίας με το υφιστάμενο προσωπικό και ένα σταθερό, βιώσιμο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων, καλώντας παράλληλα την Πολιτεία σε ουσιαστική ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ακολουθεί το σχετικό ψήφισμα:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ εκφράζει την αντίθεσή του στο σχέδιο που κυκλοφόρησε η Κυβέρνηση, με το οποίο αλλάζει το χρονικό διάστημα απασχόλησης και ο τρόπος πληρωμής των μη μόνιμων εργαζομένων στις κοινωνικοπρονοιακές δομές των Δήμων.
Η προτεινόμενη διάταξη του ΥΠΕΣ:
Αποτελεί ευθεία απειλή για τη δημοσιονομική και λειτουργική σταθερότητα των κοινωνικών δομών, καθώς μετατρέπει μια μόνιμη ανάγκη σε “εποχική απασχόληση”.
Αντιμετωπίζει την προσχολική αγωγή ως εποχικό έργο (τύπου δασοπυρόσβεσης). Αν εφαρμοστεί, οι Δήμοι θα βρεθούν με κενές θέσεις στη μέση της σχολικής χρονιάς και με χιλιάδες έμπειρους εργαζόμενους στην ανεργία.
Η επιβολή νέου συστήματος πρόσληψης (μέσω ΕΕΤΑΑ/ΑΣΕΠ) αγνοεί την 10ετή εμπειρία του υφιστάμενου προσωπικού. Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου θα υποβαθμίσει τις υπηρεσίες και θα προκαλέσει σωρεία δικαστικών προσφυγών.
Η ΚΕΔΕ δηλώνει την αμέριστη υποστήριξή της στον αγώνα των εργαζομένων και ζητά να διασφαλιστεί η μονιμοποίησή τους.
Επιπλέον, ζητάμε για μια ακόμη φορά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4915/2022 στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 102 του Συντάγματος (διοικητική- οικονομική αυτοτέλεια δήμων).
Εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στα σχέδιά της, η ΚΕΔΕ θα προχωρήσει σε κινητοποιήσεις για τη ματαίωσή τους, την συνέχιση της ομαλής λειτουργίας των δομών των Δήμων και την προστασία της απασχόλησης των εργαζομένων σε αυτούς.
Ο δημόσιος χαρακτήρας των κοινωνικών υπηρεσιών των Δήμων είναι αδιαπραγμάτευτος».