Με την ολοκλήρωση της γέφυρας το δημόσιο κτήμα μαζί με τη δεξαμενή στην οποία κατασκευάσθηκαν τα πέδιλα των πυλώνων της γέφυρας επανήλθαν στο ελληνικό δημόσιο. Ο τότε δήμος Αντιρρίου διεκδίκησε το δημόσιο κτήμα με στόχο την αξιοποίησή του. Παράλληλα με τη διεκδίκηση του ακινήτου προωθούσε και το σχέδιο πόλης του δήμου Αντιρρίου το γνωστό ΣΧΟΑΠ. Με τον τρόπο αυτό το δημόσιο κτήμα θα εντασσόταν στο σχέδιο και αυτό θα αναβάθμιζε το ακίνητο τόσο ως προς το συντελεστή δόμησης όσο και ως προς τις χρήσεις που θα επιτρέπονταν.
Για την αξιοποίηση και όχι εκποίηση του ακινήτου υπήρξαν πολλές προτάσεις. Οι περισσότερες όμως είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν έπαιρναν υπόψη την πραγματικότητα και οι τοπικοί παράγοντες πλειοδοτούσαν σε υποσχέσεις και παροχές ανάλογα με τις φαντασιώσεις του καθένα και τις πολιτικές του επιδιώξεις.
Η πολιτική του δήμου Αντιρρίου, που αν ολοκληρωνόταν θα αναβάθμιζε το δήμο και την ευρύτερη περιοχή, σκόνταψε στην τότε αντιπολίτευση η οποία με εργαλείο το λαϊκισμό και τις εύκολες λύσεις πέτυχε να ακυρώσει το ΣΧΟΑΠ. Έτσι το όνειρο για την χωροταξική οργάνωση του δήμου Αντιρρίου χάθηκε. Μαζί με αυτό χάθηκε και η δυνατότητα αξιοποίησης των εργοταξιακών χώρων
Ο οικονομικός μαρασμός στο Αντίρριο άρχισε πριν την κρίση, αφού η γέφυρα άλλαξε τα δεδομένα και η περιοχή βρέθηκε απροετοίμαστη για να διαχειρισθεί την νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε. Την περίοδο 2000-2010 κάθε ρεαλιστική πρόταση συγκέντρωνε τα πυρά του λαϊκισμού μέχρι να αποκλεισθεί και να εξαφανισθεί από το προσκήνιο μαζί με αυτόν που την διατύπωνε.
Την περίοδο της κρίσης οι πιθανότητες αξιοποίησης του ακινήτου ήταν εύλογο να περιορισθούν. Δυστυχώς όμως και πάλι κάθε προσπάθεια για προσαρμογή στην πραγματικότητα προκαλούσε την ίδια αντίδραση.
Η τελευταία ευκαιρία για αξιοποίηση του ακινήτου εμφανίσθηκε επί δημαρχίας του κ. Λουκόπουλου. Ήταν η εποχή που επενδυτής μέσω του ΤΑΙΠΕΔ στο δήμο Ναυπακτίας προκειμένου να διερευνήσει τη θέση της δημοτικής αρχής. Η πρόταση ήταν να γίνει επένδυση στο Αντίρριο και να λειτουργήσει επιχείρηση συντήρησης μέγα γιότ. Η πρόταση αυτή θα αξιοποιούσε τόσο το οικόπεδο όσο και τη θαλάσσια εγκατάσταση. Σύμφωνα με δημοτικούς συμβούλους της δημοτικής αρχής Λουκόπουλου θα δημιουργούσε 60 θέσεις εργασίας και θα ήταν μία από τις δύο μεγαλύτερες μονάδες αυτού του αντικειμένου στη Μεσόγειο.
Η πρόταση αυτή δεν συζητήθηκε ποτέ στο δημοτικό συμβούλιο. Με διάφορα προσχήματα και κάτω από την πίεση των ίδιων πάντα ανθρώπων η δημοτική αρχή έκλεισε το θέμα πριν καν ανοίξει. Ο επενδυτής χαρακτηρίστηκε γυρολόγος, το τοπικό συμβούλιο Αντιρρίου πήρε αρνητική απόφαση, ο δήμος γνωστοποίησε στο ΤΑΙΠΕΔ ότι η τοπική κοινωνία δεν συμφωνεί με την επενδυτική πρόταση και η επένδυση χάθηκε και για το Αντίρριο και για τη χώρα μας. Βέβαια για την ιστορία και μόνο να αναφερθεί ότι η επένδυση αυτή ολοκληρώθηκε ήδη στην Κροατία
Στο δημοτικό συμβούλιο στις 23/10/2019 ο δήμαρχος κ. Γκίζας ανακοίνωσε ότι από το Δεκέμβριο του 2018 ανακοινώθηκε από το ΤΑΙΠΕΔ, στο οποίο ανήκει το δημόσιο κτήμα, οτι θα προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου. Ο αγοραστής θα μπορεί να το αξιοποιήσει για οτιδήποτε επιτρέπεται σε περιοχή εκτός σχεδίου.
Η αξιοποίηση στην οποία όλοι προσβλέπαμε έγινε εκποίηση. Ποιος θα απολογηθεί γι’ αυτή την εξέλιξη;
Με εκδηλώσεις που ξεκίνησαν το απόγευμα του Σαββάτου 25 Ιουλίου, παραμονή της εορτής, η Ναύπακτος γιόρτασε με λαμπρότητα την Αγία Παρασκευή.
Στις 19:00 τελέστηκε Μεγάλος Πολυαρχιερατικὸς Εσπερινός, χοροστατούντων των Μητροπολιτών Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιερόθεου και Ισπανίας & Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπου.
Ακολούθησε αρτοκλασία στην Πλατεία Φαρμάκη, ενώ ακολούθησε η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνας της Αγίας Παρασκευής στους δρόμους της πόλης, με τη συμμετοχή του Κλήρου, των τοπικών αρχών, πλήθους πιστών και με επικεφαλής την Παπαχαραλαμπείο Φιλαρμονική.
Ανήμερα της εορτής, Κυριακή 26 Ιουλίου στις 7:00 το πρωί θα τελεστεί ο Πανηγυρικός Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ενώ στις 7:00 το απόγευμα θα τελεστούν ο Εσπερινός και η Ιερά Παράκληση προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής.
Ο Δήμος Ναυπακτίας και η Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου διοργανώνουν εκδήλωση για τους απόδημους Ναυπακτίους, την Τρίτη, 28 Ιουλίου 2026 και ώρα 20:30 στο Ενετικό Λιμάνι (δυτικός βραχίονας).
Στην εκδήλωση συμμετέχουν η Χορωδία Δημοτικής Μουσικής της Μητροπόλεως υπό τη διεύθυνση του Π.Αναστασόπουλου και τμήματα του Λαογραφικού Πολιτιστικού Χορευτικού Ομίλου Ναυπάκτου (Λ.Π.Χ.Ο.Ν.) «Ανεμογιάννης» και του Ναυπακτιακού Χορευτικού Ομίλου Φίλων Ελληνικής Παράδοσης (ΝΑ.Χ.Ο.Φ.Ε.Π.) «Ναυς».
Το Κάστρο της Ναυπάκτου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Είναι ένα μνημείο που δεν ξεχωρίζει μόνο για την ιστορική και αρχαιολογική του αξία, αλλά και για τη μοναδική αρμονία που είχε διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες ανάμεσα στα τείχη και το φυσικό περιβάλλον.
Οι πρόσφατες εκτεταμένες υλοτομίες, που πραγματοποιήθηκαν με το σκεπτικό της προστασίας του κάστρου από πυρκαγιά και της ανάδειξης των τειχών, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Η πρόταση της δημοτικής αρχής, η οποία υιοθετήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, είχε ως αποτέλεσμα μια εικόνα που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο οποιονδήποτε αγαπά το μνημείο.
Σήμερα, μεγάλο μέρος του κάστρου θυμίζει περισσότερο έναν γυμνό βραχώδη λόφο παρά το ιστορικό τοπίο που γνωρίζαμε επί δεκαετίες. Η εικόνα αυτή, κατά την άποψή μου, αδικεί το ίδιο το μνημείο και απογοητεύει ακόμη και πολλούς από εκείνους που πίστευαν ότι η απομάκρυνση μέρους της βλάστησης θα βοηθούσε στην ανάδειξη των τειχών.
Το κάστρο δεν ήταν απροστάτευτο
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι κατά την υλοποίηση του έργου «Συνολική Ανάδειξη του Κάστρου Ναυπάκτου», την περίοδο 2005–2008, δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης.
Το έργο περιλάμβανε και ένα ολοκληρωμένο σύστημα πυροπροστασίας:
εγκαταστάθηκε πλήρες δίκτυο πυρόσβεσης στις τρεις πρώτες ζώνες του κάστρου,
δημιουργήθηκαν πυροσβεστικές φωλιές από την Ακρόπολη μέχρι την κύρια είσοδο,
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η προστασία του μνημείου από τον κίνδυνο πυρκαγιάς είχε ήδη αποτελέσει βασική προτεραιότητα της προηγούμενης μεγάλης ανάδειξής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απαιτούνται παρεμβάσεις συντήρησης της βλάστησης. Σημαίνει όμως ότι θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ισορροπημένη λύση, με επιλεκτικές απομακρύνσεις και σωστή διαχείριση του πρασίνου, χωρίς να αλλοιωθεί τόσο δραστικά η φυσιογνωμία του χώρου.
Η πραγματική πρόκληση σήμερα είναι η προσβασιμότητα
Ίσως όμως το σημαντικότερο ζήτημα να μην είναι πλέον τα δέντρα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να αποκτήσει το Κάστρο της Ναυπάκτου ουσιαστική και ασφαλή πρόσβαση για όλους τους πολίτες.
Άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδιά και επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην πρόσβαση προς τα ανώτερα διαζώματα του κάστρου.
Άλλωστε, η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε δημόσια ακόμη και από την ίδια την Υπουργό Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, κατά τα εγκαίνια των αιθουσών του Μουσείου Βυζαντινών Εκθεμάτων στην Ακρόπολη του κάστρου.
Αυτό θα έπρεπε σήμερα να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Χρειάζεται συνολική κυκλοφοριακή λύση
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η προτεινόμενη λύση της λωρίδας επιβράδυνσης στον περιφερειακό δρόμο, με σύνδεση προς τον δασικό δρόμο του πρώτου διαζώματος.
Η θέση της προβλεπόμενης εισόδου βρίσκεται επάνω σε έντονη στροφή της περιμετρικής οδού, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την οδική ασφάλεια και τη λειτουργικότητα της παρέμβασης.
Ίσως θα άξιζε να εξεταστεί μια διαφορετική τεχνική προσέγγιση, όπως η κατασκευή ενός κυκλικού κόμβου στο τμήμα της περιμετρικής που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το κάστρο, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ασφαλούς οδικής σύνδεσης προς το μνημείο.
Μια τέτοια λύση ενδεχομένως να εξυπηρετούσε καλύτερα τόσο τους επισκέπτες όσο και την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων.
Το Κάστρο αξίζει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό
Η προστασία ενός ιστορικού μνημείου δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη των τειχών του. Οφείλει να συνδυάζει την αρχαιολογική ανάδειξη, τη διατήρηση του φυσικού τοπίου, την περιβαλλοντική ισορροπία, την πυροπροστασία, την ασφάλεια και κυρίως την προσβασιμότητα για όλους.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου δεν είναι απλώς ένα αρχαιολογικό μνημείο. Είναι το σύμβολο της πόλης, ένας ζωντανός χώρος ιστορίας, πολιτισμού και αναψυχής.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν κόπηκαν πολλά ή λίγα δέντρα. Πρέπει να αφορά το πώς θέλουμε να είναι το Κάστρο της Ναυπάκτου τα επόμενα πενήντα χρόνια: ένα μνημείο ζωντανό, προσβάσιμο, ασφαλές και αρμονικά ενταγμένο στο φυσικό του περιβάλλον.
Η ιστορία και η φύση δεν είναι αντίπαλοι. Στη Ναύπακτο μπορούν —και πρέπει— να συνυπάρχουν.