Ο αέρας ανακάτευε με πρωτόγνωρη μανία τα κατσαρά ,μακριά μαλλιά της.
Η καρδιά της είχε γίνει εδώ και λίγες μέρες κυριολεκτικά κομμάτια και δυστυχώς δεν είχε με κανέναν να μοιραστεί τον πόνο της.
Είχε μείνει στους πέντε δρόμους ,άφραγκη και με τα χρέη φτασμένα στα ύψη .Όλοι την εγκατέλειψαν ,φίλοι ,συγγενείς . Βίωνε την απόλυτη αδιαφορία .
Στεκόταν μπροστά στην θάλασσα που δεν έλεγε να ηρεμήσει απόψε ,σαν να διαισθανόταν πως μέσα της κυριαρχούσε τρικυμία.
“Μονάχα εσύ μπορούσες να με καταλάβεις μαμά “ψιθύρισε καθώς παρακολουθούσε το άγριο ξέσπασμα των κυμάτων πάνω σε έναν πελώριο βράχο .
Η Ισμήνη κρατιόταν με νύχια και με δόντια να μην πέσει μέσα στην θάλασσα κάτι που είχε κάνει πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια η μητέρα της μπροστά στα παιδικά της μάτια .Κατά κάποιον αλλόκοτο τρόπο η ιδέα της αυτοχειρίας αντί να την τρομάζει λειτουργούσε δελεαστικά επάνω της.
Η μητέρα της είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στην ζωή της όπως την ενημέρωνε συχνά πυκνά φορτώνοντας την ψυχούλα της άθελά της.
Έπιασε ξαφνικά μπουρίνι και η Ισμήνη έτρεξε προς την ψάθινη ομπρέλα της οργανωμένης παραλίας για να προφυλαχθεί από την υγρή επίθεση . Νιώθοντας πλέον ασφαλής άρχισε να σκαλίζει με το πόδι της την βρεγμένη άμμο .
Ανάμεσα στα κοχύλια διέκρινε ένα μικρό σχετικά πλαστικό αντικείμενο.
Δεν χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να το τραβήξει προς τα έξω .
Η καλοκαιρινή ιδιοτροπία υποχώρησε και η βροχή σταμάτησε .
Στο πρόσωπο της νεαρής γυναίκας σχηματίστηκε ένα αμυδρό χαμόγελο .Ανάμεσα στα δάχτυλά της βρισκόταν ένα μπρελόκ με μια οικογενειακή φωτογραφία καλά προστατευμένη από το πλαστικό τζαμάκι.
Το κοριτσάκι ανάμεσα στους γονείς του φαινόταν τόσο χαρούμενο που ζέστανε η καρδιά της .Κάτω από την φωτογραφία έγραφε :”Οικογένεια ,ο πιο πολύτιμος θησαυρός “.
Φανερά συγκινημένη έφερε το χαμένο μπρελόκ κοντά στο στήθος της κι ανασηκώθηκε .Πριν έναν χρόνο είχε χάσει την επιμέλεια της δίχρονης κόρης της.
Ναι, θα την διεκδικούσε ξανά ,θα έκανε την προσπάθειά της .
Η αισιοδοξία άρχισε να ριζώνει πάλι μέσα της …



