Μπορεί τα «έξυπνα γυαλιά» με δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης και ενσωματωμένες κάμερες να θέτουν σε κίνδυνο την ιδιωτικότητά μας, αυτό ωστόσο δεν αποτρέπει τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες από το να επενδύουν μαζικά σε αυτά, καθώς, τα επόμενα χρόνια, προβλέπεται εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς του είδους.
Στο επίκεντρο της προσοχής βρίσκεται η Meta με τα Ray-Ban smart glasses, τα οποία κυριαρχούν ήδη στην αγορά. Τα γυαλιά διαθέτουν μια σχεδόν αόρατη κάμερα, ηχεία και δυνατότητα λήψης φωτογραφιών ή βίντεο με μια απλή κίνηση. Το λιτό και απέριττο παρουσιαστικό τους κάνει δύσκολο για τους γύρω να αντιληφθούν ότι καταγράφονται. Αυτό έχει οδηγήσει σε περιστατικά όπου γυναίκες ή ανυποψίαστοι πολίτες βιντεοσκοπούνται χωρίς συναίνεση σε δρόμους, καταστήματα ή παραλίες, ενώ τα βίντεο συχνά δημοσιεύονται στα κοινωνικά δίκτυα για «τρολλάρισμα», φλερτ ή απλά διαδικτυακή προβολή.
Η καταγραφή σε δημόσιο χώρο δεν απαγορεύεται
Το πρόβλημα αναφορικά με την καταπάτηση της ιδιωτικότητας επιτείνεται, επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις η καταγραφή σε δημόσιο χώρο θεωρείται νόμιμη, αφήνοντας τα θύματα με περιορισμένες δυνατότητες προστασίας. Μάλιστα, καταγγέλλονται περιπτώσεις όπου δημιουργοί περιεχομένου αρνήθηκαν να κατεβάσουν βίντεο χωρίς να τους δοθεί κάποιο χρηματικό αντάλλαγμα.
Παράλληλα, προέκυψαν και εσωτερικές αντιδράσεις για τον τρόπο χρήσης των δεδομένων από τη Meta. Εργαζόμενοι στην Κένυα, που παρακολουθούσαν βίντεο χρηστών για την εκπαίδευση συστημάτων AI, κατήγγειλαν ότι αναγκάζονταν να βλέπουν ακραίο και προσωπικό περιεχόμενο, όπως σεξουαλικές σκηνές ή στιγμές μέσα σε τουαλέτες. Αυτό οδήγησε σε αγωγές από χρήστες που δήλωσαν ότι δε γνώριζαν ούτε πως είχαν καταγραφεί τέτοια βίντεο ούτε ότι αυτά μπορούσαν να εξετάζονται από ανθρώπους.
Οι πωλήσεις αυξάνονται με εντυπωσιακούς ρυθμούς
Παρά τις αντιδράσεις, οι πωλήσεις συνεχίζουν να αυξάνονται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Η Meta έχει ήδη πουλήσει πάνω από επτά εκατομμύρια ζευγάρια, ενώ ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ χαρακτηρίζει τα smart glasses μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες κατηγορίες καταναλωτικής τεχνολογίας.
Την ίδια στιγμή, η Apple, η Google και η Snap ετοιμάζουν τις δικές τους εκδόσεις έξυπνων γυαλιών, επενδύοντας σε συνδυασμό τεχνητής νοημοσύνης και επαυξημένης πραγματικότητας. Η επιστροφή της Google στον χώρο θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική, καθώς το προηγούμενο εγχείρημά της, το Google Glass, είχε αποτύχει εξαιτίας αντιδράσεων για παραβίαση της ιδιωτικότητας.
Παρά τους φόβους, αρκετοί χρήστες υποστηρίζουν ότι τα γυαλιά προσφέρουν πρακτικές καθημερινές ευκολίες: Ακρόαση μουσικής χωρίς ακουστικά, εύκολες τηλεφωνικές κλήσεις και άμεση λήψη φωτογραφιών χωρίς τη χρήση κινητού. Ωστόσο ακόμη και υποστηρικτές της τεχνολογίας παραδέχονται ότι οι ενδείξεις καταγραφής είναι τόσο διακριτικές ώστε συχνά κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι βιντεοσκοπείται.
Οι ειδικοί προειδοποιούν
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αν οι πωλήσεις φτάσουν δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια συσκευές, θα γίνει εξαιρετικά
δύσκολο να εφαρμοστούν κανόνες απαγόρευσης καταγραφής σε χώρους όπως δικαστήρια, νοσοκομεία, κινηματογράφοι ή τουαλέτες. Επιπλέον, η πιθανή ενσωμάτωση τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου στα μελλοντικά μοντέλα εντείνει ακόμη περισσότερο τους φόβους για μαζική παρακολούθηση και απώλεια ανωνυμίας στον δημόσιο χώρο.
Η Meta δηλώνει ότι έχει σχεδιάσει τα γυαλιά «με γνώμονα την ιδιωτικότητα» και καλεί τους χρήστες να σέβονται όσους δε θέλουν να καταγράφονται. Ωστόσο, στην πράξη, πολλοί χρησιμοποιούν τα γυαλιά για φάρσες, κρυφές καταγραφές ή ταπεινωτικό περιεχόμενο.
Αναλυτές και πρώην στελέχη της ίδιας της Meta εκτιμούν ότι η νέα γενιά smart glasses μπορεί να συναντήσει την ίδια κοινωνική αντίδραση που οδήγησε στην αποτυχία του Google Glass πριν από μία δεκαετία. Ήδη εμφανίζονται σημάδια αντίστασης: Σε πρόσφατο περιστατικό στη Νέα Υόρκη, γυναίκα που αντιλήφθηκε ότι καταγραφόταν έσπασε τα γυαλιά του άνδρα που τη βιντεοσκοπούσε, με μεγάλο μέρος του διαδικτύου να την αντιμετωπίζει ως «ηρωίδα».
Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι αν η κοινωνία είναι έτοιμη να αποδεχθεί μια πραγματικότητα όπου οποιοσδήποτε γύρω μας μπορεί να καταγράφει και να ταυτοποιεί ανθρώπους αθόρυβα και διαρκώς, μετατρέποντας τα απλά γυαλιά σε μόνιμο εργαλείο επιτήρησης…
Αν έχουμε κάνει έρευνα αγοράς για κάποιον αξιόλογο νέο φορτιστή κινητού, θα έχουμε προσέξει ότι στη συσκευασία κυριαρχεί ένα γράμμα: Το «W». Είτε πρόκειται για έναν μικρό φορτιστή 20W είτε για έναν ισχυρό των 100W για laptop, τα watts έχουν καθιερωθεί ως ο κοινός τρόπος να περιγράφουμε πόσο «δυνατός» είναι ένας φορτιστής. Ο λόγος που η βιομηχανία κατέληξε σε αυτή τη μονάδα δεν είναι τυχαίος, αλλά έχει να κάνει με απλή φυσική.
Από τα volt και τα amper στα watts
Στις πρώτες γενιές smartphones, οι φορτιστές περιγράφονταν ξεχωριστά με βάση την τάση (volt) και το ρεύμα (amper). Ένας τυπικός παλιός φορτιστής USB έδινε, για παράδειγμα, 5 volt στο 1 amper. Καθώς όμως οι μπαταρίες μεγάλωναν και οι χρήστες ζητούσαν πιο γρήγορη φόρτιση, το να έχουμε στο μυαλό μας δύο ξεχωριστούς αριθμούς έγινε αρκετά μπερδεμένο. Το watt επικράτησε επειδή είναι άμεση μέτρηση ισχύος, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε πολλαπλασιασμό στο κεφάλι μας, κατά την αγορά ενός φορτιστή!
Η απλή φυσική πίσω από τα watts
Ο τύπος είναι απλός: Watt ισούται με Volt επί Amper (W = V × A). Μια εύκολη εικόνα για να το καταλάβουμε, είναι να σκεφτούμε το ρεύμα σαν νερό μέσα σε σωλήνα. Η τάση είναι η πίεση με την οποία σπρώχνεται το νερό, ενώ το ρεύμα είναι ο όγκος του νερού που περνάει τη δεδομένη στιγμή. Αν ξέρουμε μόνο την πίεση, δεν ξέρουμε πόσο νερό γεμίζει τον κουβά μας. Χρειαζόμαστε και τα δύο μαζί. Τα watts είναι ακριβώς αυτό: Η συνολική ροή ενέργειας σε έναν ενιαίο, κατανοητό αριθμό. Καθώς οι σύγχρονοι φορτιστές προσαρμόζουν έξυπνα τάση και ρεύμα σε πραγματικό χρόνο για μέγιστη απόδοση, η αναγραφή ενός μοναδικού αριθμού watt έγινε ο πιο βολικός τρόπος να δηλωθεί η πραγματική δυνατότητα ενός φορτιστή.
Γιατί ένας «γρήγορος» φορτιστής μπορεί να φορτίζει αργά
Αν αποφασίσουμε να αγοράσουμε τον πιο ισχυρό φορτιστή που θα βρούμε, δεν θα έχουμε κατ’ ανάγκη και τη μέγιστη ταχύτητα φόρτισης. Ένας φορτιστής 120W δεν σημαίνει ότι το κινητό μας θα φορτίσει πράγματι στα 120W. Η φόρτιση δεν είναι μονόδρομος όπου η πρίζα απλώς «σπρώχνει» ρεύμα μέσα στη συσκευή. Το τηλέφωνο, ο φορτιστής και το καλώδιο επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους μέσω έξυπνων πρωτοκόλλων και η συσκευή είναι αυτή που τελικά αποφασίζει τη μέγιστη ισχύ που μπορεί να δεχτεί με ασφάλεια.
Το standard καλώδιο USB-C είναι πιστοποιημένο για έως 60W. Για μεγαλύτερη ισχύ, τα καλώδια χρειάζονται ένα μικροσκοπικό chip e-marker, το οποίο ο φορτιστής αναζητά μόλις συνδεθεί, για να επιβεβαιώσει ότι το καλώδιο αντέχει με ασφάλεια το επιπλέον ρεύμα και τη θερμότητα που παράγεται. Αν αυτό το chip λείπει, το σύστημα «κατεβάζει» αυτόματα την ισχύ στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Το τελικό αποτέλεσμα καθορίζεται πάντα από τον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας φορτιστή – καλωδίου – συσκευής, όσο ισχυρό κι αν είναι το ρεύμα που «υπόσχεται» ο φορτιστής στη συσκευασία του.
Συμπέρασμα
Το watt είναι απλώς ένας αριθμός στη συσκευασία, αλλά η πραγματική ταχύτητα φόρτισης εξαρτάται από τον συνδυασμό φορτιστή, καλωδίου και συσκευής και όχι μόνο από το μεγαλύτερο νούμερο που βλέπουμε στο ράφι. Πριν πληρώσουμε παραπάνω για έναν φορτιστή 100W ή 120W, αξίζει να σιγουρευτούμε ότι η συσκευή μας μπορεί πράγματι να εκμεταλλευτεί τόση ισχύ και ότι το καλώδιο που θα χρησιμοποιήσουμε θα μπορεί δεν μεταφέρει την ισχύ αυτή στο κινητό μας.
Οι πρώτες απαγορεύσεις και περιορισμοί στη χρήση των smart glasses αρχίζουν να εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικότητας. Καμία χώρα δεν έχει απαγορεύσει εντελώς την τεχνολογία, ωστόσο αρκετές έχουν περιορίσει τη χρήση της σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ άλλες εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα. Περιορισμούς επιβάλλουν πλέον και ιδιωτικές εταιρείες, κυρίως σε διοργανώσεις εκδηλώσεων και σε συνέδρια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα smart glasses επιτρέπονται γενικά ελεύθερα, όμως η πολιτεία της Νέας Υόρκης τα έχει απαγορεύσει σε όλα τα δικαστήριά της. Τα γυαλιά με δυνατότητα εγγραφής ενδέχεται να εκληφθούν ως απόπειρα εκφοβισμού των εμπλεκομένων σε μια υπόθεση, ενώ πολλές δικογραφίες περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπου μη εξουσιοδοτημένες εγγραφές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους. Πιο περιορισμένες απαγορεύσεις στα δικαστήρια έχουν εισαγάγει και άλλες πολιτείες, ανάμεσά τους η Φιλαδέλφεια, η Χαβάη και η Βόρεια Καρολίνα.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ απαγορεύει στα στελέχη της να φορούν, όταν βρίσκονται εν στολή, γυαλιά με ανακλαστικούς φακούς ή smart glasses που διαθέτουν δυνατότητες φωτογράφησης, βιντεοσκόπησης ή τεχνητής νοημοσύνης. Ο κανόνας φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με ζητήματα εμφάνισης και ομοιομορφίας της στολής, παρά με κάποια αντίθεση στην ίδια την τεχνολογία, κάτι που υποδηλώνει και η ρητή αναφορά στους ανακλαστικούς φακούς. Παράλληλα, αρκετοί συμμετέχοντες σε συνέδρια, όπως το DEF CON 34, το μεγάλο συνέδριο hacker, αποκλείστηκαν λόγω της χρήσης των Meta glasses ή παρόμοιων συσκευών. Οι διοργανωτές επισήμαναν ότι το λαμπάκι εγγραφής ορισμένων γυαλιών δεν είναι ιδιαίτερα εμφανές και ότι τα γυαλιά μπορούν να καταγράφουν άτομα εν αγνοία τους.
Παρόμοια είναι η εικόνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα δικαστήρια δεν απαγορεύουν ρητά τη χρήση τους, ωστόσο μετά από περιστατικό στο οποίο κάποιος δεχόταν υποδείξεις από το ενσωματωμένο AI των γυαλιών κατά τη διάρκεια δίκης, η χρήση τους θεωρείται πλέον ανεπιθύμητη. Καθώς ισχύουν και περιορισμοί στις εγγραφές εντός των βρετανικών δικαστηρίων, η λήψη φωτογραφιών ή βίντεο με smart glasses παραβιάζει τους κανόνες, όπως ακριβώς και με ένα κινητό ή μια κανονική κάμερα. Εταιρείες όπως η Monopoly Events έχουν απαγορεύσει τα γυαλιά με κάμερα στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν, έπειτα από καταγγελίες για κρυφές εγγραφές, ενώ έχει κατατεθεί και αίτηση προς την κυβέρνηση για απαγόρευση της πώλησης και της προώθησής τους στη χώρα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει έκθεση για τα smart glasses, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες. Παράλληλα με τη συζήτηση για γενικότερους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, ορισμένα κράτη μέλη λαμβάνουν ήδη τις δικές τους αποφάσεις. Η αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων της Γερμανίας προειδοποίησε ότι τα γυαλιά με κάμερα ενδέχεται να απαγορευτούν βάσει υφιστάμενων νόμων για τις κρυφές συσκευές εγγραφής που είναι ενσωματωμένες σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Στην Ολλανδία, ακτιβιστές για τα ψηφιακά δικαιώματα έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τη δυνατότητα καταγραφής ανθρώπων εν αγνοία τους, ενώ η γαλλική ρυθμιστική αρχή CNIL έχει επισημάνει τους κινδύνους που θέτουν για την ιδιωτικότητα.
Στη Νότια Κορέα εφαρμόζεται ένα διαφορετικό είδος απαγόρευσης: Η χώρα έχει απαγορεύσει ρητά τα smart glasses στις αίθουσες εξετάσεων, έπειτα από περιστατικά όπου μαθητές πιάστηκαν να επιχειρούν να αντιγράψουν με αυτά. Οι έξυπνες συσκευές απαγορεύονται ούτως ή άλλως στις εξετάσεις των περισσότερων σχολείων παγκοσμίως, ωστόσο, δεδομένης της σημασίας της Εθνικής Εξέτασης Πανεπιστημιακής Ικανότητας (College Scholastic Ability Test), η ρητή αναφορά αίρει κάθε αμφιβολία για το αν επιτρέπεται καν η είσοδος τέτοιων γυαλιών στην αίθουσα.
Οι απαγορεύσεις παραμένουν προς το παρόν λίγες, κάτι που ενδέχεται να αλλάξει αν δεν υπάρξουν εξελίξεις σε επίπεδο σχεδιασμού των έξυπνων γυαλιών. Η βασική ανησυχία αφορά την ιδιωτικότητα όσων βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της κάμερας, ιδίως όταν δεν γνωρίζουν ότι καταγράφονται. Μια πιθανή λύση, σύμφωνα με το Techradar, θα ήταν να γίνεται πολύ πιο εμφανές πότε τα γυαλιά καταγράφουν, με πιο έντονα λαμπάκια, δυνατό ήχο κλείστρου στη φωτογράφιση ή ηχητική ένδειξη κατά την εγγραφή βίντεο. Οι χρήστες, από την πλευρά τους, ζητούν μεγαλύτερο έλεγχο στα δεδομένα που μπορούν να προσπελάσουν οι κατασκευαστές, αλλά και περισσότερη διαφάνεια σχετικά με το ποιες εικόνες και βίντεο κοινοποιούνται ή μπορούν να καταστούν προσβάσιμα σε τρίτους.
Ένα νέο καινοτόμο σύστημα πλοήγησης που καταργεί την ανάγκη χρήσης δορυφόρων κάνει το ντεμπούτο του, προσφέροντας αυξημένη ακρίβεια σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα.
Το νέο σύστημα Ironstone Opal της Αυστραλιανής Q-CTRL αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα στον γεωεντοπισμό, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένους αισθητήρες, όπως τα μαγνητόμετρα, τα οποία διαβάζουν ακόμη και τις πιο αμελητέες μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Εάν τελικά επαληθευτούν οι προσδοκίες της εταιρείας, τότε πιθανότατα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική αλλαγή καθώς το σύστημα υπόσχεται έως και 50 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από το συμβατικό GPS.
Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη μοναδική μαγνητική «υπογραφή» κάθε περιοχής, δημιουργώντας έναν «ψηφιακό χάρτη» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πλοήγηση, ακόμη και σε σημεία όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δορυφορικό σήμα.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του Ironstone Opal. Επεξεργάζεται τα μαγνητικά δεδομένα ανά πάσα στιγμή, φιλτράρει τις παρεμβολές, ακόμη και αυτές που προέρχονται από το ίδιο το όχημα, και ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους λειτουργίας ώστε να προσφέρει κορυφαία ακρίβεια.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας προσφέρει στο Ironstone Opal «ανοσία» στις παρεμβολές, πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα συμβατικά GPS.
Έπειτα από τις πρώτες δοκιμές του συστήματος, παρατηρήθηκαν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Κατ΄ αρχάς παρατηρήθηκε μέγιστη απόκλιση μόλις 22 μέτρων σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Επίσης παρουσίασε 11 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από τα συστήματα που χρησιμοποιούν αισθητήρες κίνησης, ενώ τα σφάλματα θέσης μειώθηκαν έως και 7 φορές σε σύγκριση με αντίστοιχες τεχνολογίες.
Το Ironstone Opal έχει σχεδιαστεί κυρίως για χρήση σε τοποθεσίες όπου η πλοήγηση με GPS είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως σε αστικά κέντρα με ψηλά κτήρια που μπλοκάρουν τα σήματα, σε αυτόνομα οχήματα, ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χωρίς δορυφορική κάλυψη.
Το βασικό μειονέκτημα προς το παρόν είναι ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από λεπτομερείς μαγνητικούς χάρτες της εκάστοτε περιοχής οι οποίοι προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμοι σε ευρεία κλίμακα. Έτσι, προς το παρόν, το Ironstone Opal μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά με το υπάρχον GPS και όχι ως αντικαταστάτης του.
Ωστόσο, εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός, η απεξάρτηση από δορυφόρους ίσως γίνει πραγματικότητα, με τεράστιες επιπτώσεις στην αυτοκίνηση και την καθημερινή πλοήγηση των χρηστών.