Η σπατάλη τροφίμων αποτελεί ένα από τα βασικότερα προβλήματα στον χώρο των τροφίμων τις τελευταίες δεκαετίας, αλλά και μία ανησυχία των καταναλωτών.
Το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών αγαθών πραγματοποίησε έρευνα καταναλωτών με δείγμα καταναλωτών από όλη την Ελλάδα.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό σπατάλης φαγητού (food waste) στα ελληνικά νοικοκυριά η οποία μεσοσταθμικά ανέρχεται στο 6%. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόλις το 29% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δεν σπαταλούν καθόλου τρόφιμα
Η πλειοψηφία σε ποσοστό 60% δηλώνει ότι σπαταλά μέχρι 10%, το 9% από 10-25% και το 2% πάνω από 25%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η οικιακή σπατάλη τροφίμων ξεπερνά τους 300 χιλ. τόνους τροφίμων ετησίως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην ετήσια κατανάλωση 200 χιλ. καταναλωτών, κάτι ενδεικτικό της σημασίας του θέματος. Τα στοιχεία αυτά είναι η εκτίμηση των ίδιων των καταναλωτών, η οποία ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι είναι κατά κανόνα χαμηλότερη της πραγματικής σπατάλης.
Σημειώνεται όμως ότι συγκριτικά με άλλες χώρες, όπως π.χ. οι ΗΠΑ, τα στοιχεία είναι περισσότερο ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με έρευνα της Movinga , οι περισσότερες χώρες της δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά, όπως ΗΠΑ 24%, Καναδάς 18%, Μεγάλη Βρετανία 15%, Γαλλία 14%, Βέλγιο 14%, Ιταλία 13%, Αυστρία 13% κ.α.
Σε ποια τρόφιμα γίνεται σπατάλη
Όσον αφορά τις κύριες κατηγορίες τροφίμων στις οποίες εμφανίζεται σπατάλη. Tο πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις κατηγορίες των φρούτων και λαχανικών στις οποίες σχεδόν 7 στους 10 καταναλωτές (68%) δηλώνουν ότι καταγράφουν σπατάλη και ακολουθούν το ψωμί και αρτοσκευάσματα στο 58%, τα αλλαντικά στο 37%, τα γαλακτοκομικά στο 29%, τα γλυκά και σνακ στο 28%, το γάλα στο 27%.
Μικρότερη σπατάλη καταγράφεται στα ξηρά τρόφιμα, ρύζι, ζυμαρικά, όσπρια στο 15% λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής των προϊόντων και το κρέας-ψάρι στο 14% λόγω της μεγαλύτερης αξίας/κιλό των προϊόντων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι καταναλωτές αναγνωρίζουν σε ένα βαθμό τις αρνητικές συνέπειες της σπατάλης τροφίμων.
Όπως καταγράφεται, το 81% του κοινού δηλώνει ότι νιώθει άσχημα όταν πετάει τρόφιμα, κάτι που δείχνει ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την αντι-μετώπιση του προβλήματος.
Παρόλα αυτά, μόλις το 11% δηλώνει ότι θεωρεί ότι η ποσότητα τροφίμων που σπαταλάει το νοικοκυριό του είναι μεγάλη.
Σε σχέση με τους λόγους στους οποίους αποδίδουν την σπατάλη, το 21% την αποδίδει στην κακή διαχείριση των υπολειμμάτων φαγητού στο νοικοκυριό και το 18% σε πραγματοποίηση μεγαλύτερων αγορών από όσες χρειάζονται.
Oι καταναλωτές σε ποσοστό 30% θεωρούν ότι στο θέμα αυτό θα πρέπει να βοηθηθούν από τις επιχειρήσεις τροφίμων.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι καταναλωτές αποδίδουν σε μεγαλύτερο βαθμό στη δική τους κινητοποίηση την προσπάθεια μείωσης της σπατάλης, αλλά χρειάζονται και την αρωγή τρίτων.
Η έρευνα αναδεικνύει ότι το συγκεκριμένο θέμα έχει σημαντική επίδραση στην ελληνική κοινωνία και αρκετά μεγάλα μεγέθη, τα οποία θα πρέπει να ενταχθούν σε οργανωμένες δράσεις διαχείρισης τους.
Με εκδηλώσεις που ξεκίνησαν το απόγευμα του Σαββάτου 25 Ιουλίου, παραμονή της εορτής, η Ναύπακτος γιόρτασε με λαμπρότητα την Αγία Παρασκευή.
Στις 19:00 τελέστηκε Μεγάλος Πολυαρχιερατικὸς Εσπερινός, χοροστατούντων των Μητροπολιτών Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιερόθεου και Ισπανίας & Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπου.
Ακολούθησε αρτοκλασία στην Πλατεία Φαρμάκη, ενώ ακολούθησε η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνας της Αγίας Παρασκευής στους δρόμους της πόλης, με τη συμμετοχή του Κλήρου, των τοπικών αρχών, πλήθους πιστών και με επικεφαλής την Παπαχαραλαμπείο Φιλαρμονική.
Ανήμερα της εορτής, Κυριακή 26 Ιουλίου στις 7:00 το πρωί θα τελεστεί ο Πανηγυρικός Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ενώ στις 7:00 το απόγευμα θα τελεστούν ο Εσπερινός και η Ιερά Παράκληση προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής.
Ο Δήμος Ναυπακτίας και η Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου διοργανώνουν εκδήλωση για τους απόδημους Ναυπακτίους, την Τρίτη, 28 Ιουλίου 2026 και ώρα 20:30 στο Ενετικό Λιμάνι (δυτικός βραχίονας).
Στην εκδήλωση συμμετέχουν η Χορωδία Δημοτικής Μουσικής της Μητροπόλεως υπό τη διεύθυνση του Π.Αναστασόπουλου και τμήματα του Λαογραφικού Πολιτιστικού Χορευτικού Ομίλου Ναυπάκτου (Λ.Π.Χ.Ο.Ν.) «Ανεμογιάννης» και του Ναυπακτιακού Χορευτικού Ομίλου Φίλων Ελληνικής Παράδοσης (ΝΑ.Χ.Ο.Φ.Ε.Π.) «Ναυς».
Το Κάστρο της Ναυπάκτου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Είναι ένα μνημείο που δεν ξεχωρίζει μόνο για την ιστορική και αρχαιολογική του αξία, αλλά και για τη μοναδική αρμονία που είχε διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες ανάμεσα στα τείχη και το φυσικό περιβάλλον.
Οι πρόσφατες εκτεταμένες υλοτομίες, που πραγματοποιήθηκαν με το σκεπτικό της προστασίας του κάστρου από πυρκαγιά και της ανάδειξης των τειχών, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Η πρόταση της δημοτικής αρχής, η οποία υιοθετήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, είχε ως αποτέλεσμα μια εικόνα που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο οποιονδήποτε αγαπά το μνημείο.
Σήμερα, μεγάλο μέρος του κάστρου θυμίζει περισσότερο έναν γυμνό βραχώδη λόφο παρά το ιστορικό τοπίο που γνωρίζαμε επί δεκαετίες. Η εικόνα αυτή, κατά την άποψή μου, αδικεί το ίδιο το μνημείο και απογοητεύει ακόμη και πολλούς από εκείνους που πίστευαν ότι η απομάκρυνση μέρους της βλάστησης θα βοηθούσε στην ανάδειξη των τειχών.
Το κάστρο δεν ήταν απροστάτευτο
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι κατά την υλοποίηση του έργου «Συνολική Ανάδειξη του Κάστρου Ναυπάκτου», την περίοδο 2005–2008, δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης.
Το έργο περιλάμβανε και ένα ολοκληρωμένο σύστημα πυροπροστασίας:
εγκαταστάθηκε πλήρες δίκτυο πυρόσβεσης στις τρεις πρώτες ζώνες του κάστρου,
δημιουργήθηκαν πυροσβεστικές φωλιές από την Ακρόπολη μέχρι την κύρια είσοδο,
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η προστασία του μνημείου από τον κίνδυνο πυρκαγιάς είχε ήδη αποτελέσει βασική προτεραιότητα της προηγούμενης μεγάλης ανάδειξής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απαιτούνται παρεμβάσεις συντήρησης της βλάστησης. Σημαίνει όμως ότι θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ισορροπημένη λύση, με επιλεκτικές απομακρύνσεις και σωστή διαχείριση του πρασίνου, χωρίς να αλλοιωθεί τόσο δραστικά η φυσιογνωμία του χώρου.
Η πραγματική πρόκληση σήμερα είναι η προσβασιμότητα
Ίσως όμως το σημαντικότερο ζήτημα να μην είναι πλέον τα δέντρα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να αποκτήσει το Κάστρο της Ναυπάκτου ουσιαστική και ασφαλή πρόσβαση για όλους τους πολίτες.
Άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδιά και επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην πρόσβαση προς τα ανώτερα διαζώματα του κάστρου.
Άλλωστε, η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε δημόσια ακόμη και από την ίδια την Υπουργό Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, κατά τα εγκαίνια των αιθουσών του Μουσείου Βυζαντινών Εκθεμάτων στην Ακρόπολη του κάστρου.
Αυτό θα έπρεπε σήμερα να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Χρειάζεται συνολική κυκλοφοριακή λύση
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η προτεινόμενη λύση της λωρίδας επιβράδυνσης στον περιφερειακό δρόμο, με σύνδεση προς τον δασικό δρόμο του πρώτου διαζώματος.
Η θέση της προβλεπόμενης εισόδου βρίσκεται επάνω σε έντονη στροφή της περιμετρικής οδού, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την οδική ασφάλεια και τη λειτουργικότητα της παρέμβασης.
Ίσως θα άξιζε να εξεταστεί μια διαφορετική τεχνική προσέγγιση, όπως η κατασκευή ενός κυκλικού κόμβου στο τμήμα της περιμετρικής που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το κάστρο, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ασφαλούς οδικής σύνδεσης προς το μνημείο.
Μια τέτοια λύση ενδεχομένως να εξυπηρετούσε καλύτερα τόσο τους επισκέπτες όσο και την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων.
Το Κάστρο αξίζει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό
Η προστασία ενός ιστορικού μνημείου δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη των τειχών του. Οφείλει να συνδυάζει την αρχαιολογική ανάδειξη, τη διατήρηση του φυσικού τοπίου, την περιβαλλοντική ισορροπία, την πυροπροστασία, την ασφάλεια και κυρίως την προσβασιμότητα για όλους.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου δεν είναι απλώς ένα αρχαιολογικό μνημείο. Είναι το σύμβολο της πόλης, ένας ζωντανός χώρος ιστορίας, πολιτισμού και αναψυχής.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν κόπηκαν πολλά ή λίγα δέντρα. Πρέπει να αφορά το πώς θέλουμε να είναι το Κάστρο της Ναυπάκτου τα επόμενα πενήντα χρόνια: ένα μνημείο ζωντανό, προσβάσιμο, ασφαλές και αρμονικά ενταγμένο στο φυσικό του περιβάλλον.
Η ιστορία και η φύση δεν είναι αντίπαλοι. Στη Ναύπακτο μπορούν —και πρέπει— να συνυπάρχουν.