Η έναρξη λειτουργίας του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ) δεν αφορά μόνο τους ιδιώτες ιδιοκτήτες.
Σημαντικές προκλήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς εκτιμάται ότι πάνω από το 60% της δημοτικής ακίνητης περιουσίας δεν έχει δηλωθεί ποτέ στο έντυπο Ε9, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει καταγραφεί ούτε στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας, τη στιγμή που ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιβάλλει στους δήμους συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την καταγραφή, προστασία και αξιοποίησή της.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς ακινήτων, από τα περίπου 195.000 μοναδικά δημοτικά ακίνητα που εμφανίζονται στο Ελληνικό Κτηματολόγιο, περίπου 120.000 δεν έχουν δηλωθεί στην ΑΑΔΕ μέσω του Ε9, με αποτέλεσμα να παραμένουν ουσιαστικά «αόρατα» για τη φορολογική διοίκηση.
Ειδικότερα:
► σε 56 από τους 332 δήμους δεν εμφανίζεται συμπληρωμένο το συνολικό πλήθος εγγραφών στο Κτηματολόγιο,
► σε αρκετές περιπτώσεις οι εγγραφές με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) είναι μηδενικές,
► υπάρχουν δήμοι που διαθέτουν χιλιάδες δικαιώματα στο Κτηματολόγιο αλλά ελάχιστα δηλωμένα ακίνητα στο Ε9,
► ενώ σε άλλες περιπτώσεις συμβαίνει το αντίστροφο.
► Παράλληλα, δεν είναι λίγοι οι δήμοι όπου διαφορετικές υπηρεσίες διαχειρίζονται ανεξάρτητες βάσεις δεδομένων, χωρίς ενιαία εικόνα της δημοτικής περιουσίας.
Σοβαρό πρόβλημα
Η ελλιπής καταγραφή δεν αποτελεί μόνο διοικητικό ζήτημα, καθώς ακίνητα που δεν έχουν δηλωθεί σωστά:
δεν μπορούν να αξιοποιηθούν επενδυτικά,
δυσκολεύονται να ενταχθούν σε χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως το ΕΣΠΑ,
δεν μπορούν να ανακαινιστούν ή να ενεργειακά αναβαθμιστούν μέσω ευρωπαϊκών πόρων,
δημιουργούν προβλήματα σε εκμισθώσεις ή άλλες μορφές αξιοποίησης,
ενδέχεται να οδηγήσουν σε πρόστιμα εκπρόθεσμης δήλωσης όταν τελικά καταγραφούν.
Επιπλέον, όταν ένα δημοτικό ακίνητο δεν είναι φορολογικά καταχωρισμένο, ο δήμος ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες ακόμη και στην είσπραξη νόμιμων μισθωμάτων ή στην έκδοση των απαραίτητων φορολογικών παραστατικών.
Στη σημερινή συνεδρίαση της Δημοτικής Επιτροπής, με αφορμή τη μίσθωση λυόμενων εγκαταστάσεων, 32 εκθεσιακών περιπτέρων και του ηλεκτροφωτισμού για την Εμποροπανήγυρη Ναυπάκτου 2026, θέσαμε ένα απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα:
Για πόσα ακόμη χρόνια ο Δήμος Ναυπακτίας θα αντιμετωπίζει την Εμποροπανήγυρη της 26ης Οκτωβρίου ως μια προσωρινή εγκατάσταση που στήνεται και ξεστήνεται κάθε χρόνο;
Η σημερινή Δημοτική Αρχή βρίσκεται ήδη στον έβδομο χρόνο διοίκησης. Υπήρχε ο χρόνος να σχεδιαστεί, να μελετηθεί και να αναζητηθεί το κατάλληλο χρηματοδοτικό εργαλείο για τη δημιουργία μόνιμων και σύγχρονων εγκαταστάσεων.
Μια τέτοια υποδομή θα μπορούσε να λειτουργεί ως χώρος πολλαπλών χρήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, φιλοξενώντας εκθέσεις, πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις, εκδηλώσεις του Δήμου, συλλόγων και άλλων φορέων.
Παράλληλα, τα ολοένα συχνότερα έντονα καιρικά φαινόμενα επιβάλλουν να σχεδιάζουμε τις δημόσιες υποδομές με όρους ασφάλειας, ανθεκτικότητας και προστασίας πολιτών, επαγγελματιών και επισκεπτών. Δεν χαρακτηρίζουμε τις λυόμενες εγκαταστάσεις επικίνδυνες. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Δήμος οφείλει να σχεδιάζει για τις ανάγκες των επόμενων δεκαετιών και όχι μόνο για την επόμενη διοργάνωση.
Δυστυχώς, αντί να συζητηθεί η πρόταση επί της ουσίας, ο Δήμαρχος αντέδρασε έντονα, φτάνοντας στο σημείο να προειδοποιήσει ακόμη και με αφαίρεση του λόγου όταν, κατά την κρίση του, οι τοποθετήσεις δεν περιορίζονται αυστηρά στο θέμα.
Η Δημοτική Επιτροπή δεν είναι διεκπεραιωτικό γραφείο. Είναι πολιτικό και συλλογικό όργανο του Δήμου.
Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να ελέγχουν, να καταθέτουν προτάσεις και να τοποθετούνται πάνω στις πολιτικές επιλογές που βρίσκονται πίσω από τις αποφάσεις που καλούνται να ψηφίσουν.
Άλλο η τήρηση της διαδικασίας και άλλο ο περιορισμός της πολιτικής τοποθέτησης ενός αιρετού.
Η διαφορετική άποψη δεν αντιμετωπίζεται με απειλές αφαίρεσης του λόγου. Αντιμετωπίζεται με επιχειρήματα.
Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, παραμένει αναπάντητο:
Μετά από επτά χρόνια διοίκησης, ποιο είναι το σχέδιο της Δημοτικής Αρχής για την Εμποροπανήγυρη της Ναυπάκτου για τα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια;
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κ. Θ Λιβανίου, κατανέμεται από τον λογαριασμό του Υπουργείου Εσωτερικών που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με τον τίτλο «Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι των Δήμων», συνολικό ποσό ύψους είκοσι οκτώ εκατομμυρίων ευρώ (28.000.000,00 €) σε όλους τους Δήμους της Χώρας, προς κάλυψη λειτουργικών αναγκών των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρικής αρμοδιότητάς τους.
Για την κατανομή του ανωτέρω χρηματικού ποσού λήφθησαν υπόψη δεδομένα του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για το σχολικό έτος 2025- 2026 που αφορούν στον αριθμό των μαθητών ανά σχολική βαθμίδα, στον αριθμό των σχολείων και στον αριθμό των τμημάτων ανά κλιματική ζώνη, ενώ συνεκτιμήθηκε και η υλοποίηση του θεσμού του σχολικού τροχονόμου.
► Ο Δήμος Ναυπακτίας λαμβάνει το ποσό των 77.410 ευρώ
Κάθε Αύγουστο η Ελλάδα ανακαλύπτει ξανά την επαρχία. Οι πλατείες γεμίζουν, τα πανηγύρια ανάβουν, τα καφενεία αποκτούν ξαφνικά ζωή και οι τοπικοί άρχοντες σπεύδουν να απαθανατιστούν μπροστά από τις εξέδρες, δίπλα σε ορχήστρες και κάτω από πανό που μιλούν για «ζωντανά χωριά» και «στήριξη της περιφέρειας».
Φωτογραφίες, χαμόγελα, ευχές, δηλώσεις. Η Ελλάδα της περιφέρειας, λένε, είναι εδώ.
Μόνο που είναι εδώ για έναν μήνα.
Έρχεται ο Σεπτέμβριος και γίνεται το θαύμα της ελληνικής περιφερειακής πολιτικής: η ζωντανή περιφέρεια εξαφανίζεται.
Τα παιδιά επιστρέφουν στις πόλεις. Οι νέοι φεύγουν για να βρουν δουλειά. Τα σπίτια κλείνουν. Τα καφενεία αδειάζουν. Στις πλατείες μένουν εκείνοι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να φύγουν, να μετράνε τον χειμώνα.
Και τότε αρχίζουμε πάλι τις διαπιστώσεις:
«Η ύπαιθρος ερημώνει».
«Το δημογραφικό αποτελεί βόμβα».
«Πρέπει να στηρίξουμε τους νέους».
«Χρειάζεται αποκέντρωση».
Το λέμε τόσο συχνά, που σχεδόν έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι το να διαπιστώνεις ένα πρόβλημα ισοδυναμεί με το να το αντιμετωπίζεις.
Δεν ισοδυναμεί.
Γιατί η περιφέρεια δεν αδειάζει επειδή οι νέοι ξαφνικά αγάπησαν υπερβολικά τις μεγαλουπόλεις. Αδειάζει επειδή το κράτος τους ζητά να επιλέξουν ανάμεσα στην παραμονή και στην αξιοπρέπεια.
Ποιος νέος θα μείνει σε ένα χωριό χωρίς σταθερή εργασία; Ποια οικογένεια θα εγκατασταθεί μόνιμα σε μια περιοχή όπου το σχολείο υπολειτουργεί ή κινδυνεύει να κλείσει; Ποιος γονιός θα αισθανθεί ασφαλής όταν για έναν γιατρό πρέπει να διανύσει δεκάδες χιλιόμετρα; Ποιος επαγγελματίας θα επενδύσει όταν οι υποδομές, οι μεταφορές και οι υπηρεσίες παραμένουν ανεπαρκείς;
Κι όμως, κάθε καλοκαίρι συμπεριφερόμαστε σαν να λύσαμε το πρόβλημα επειδή γέμισε η πλατεία.
Μπερδέψαμε την επιστροφή των εκδρομέων με την επιστροφή της ζωής.
Δεν είναι το ίδιο.
Η περιφέρεια δεν χρειάζεται απλώς επισκέπτες. Χρειάζεται κατοίκους.
Χρειάζεται ανθρώπους που θα ξυπνούν εκεί τον Νοέμβριο, θα δουλεύουν εκεί τον Φεβρουάριο, θα μεγαλώνουν εκεί τα παιδιά τους και θα μπορούν να φανταστούν εκεί το μέλλον τους.
Αυτό σημαίνει σχολεία ανοιχτά και πραγματικά λειτουργικά. Σημαίνει γιατρούς, νοσηλευτές και παραϊατρικό προσωπικό που δεν θα υπηρετούν ως προσωρινά μπαλώματα. Σημαίνει συγκοινωνίες που δεν θα αντιμετωπίζονται ως πολυτέλεια. Σημαίνει γρήγορο διαδίκτυο, υποδομές, παραγωγή, επιχειρήσεις και κυρίως δουλειές που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να ζήσει χωρίς να αισθάνεται ότι τιμωρείται επειδή επέλεξε να μείνει στον τόπο του.
Και βέβαια σημαίνει σοβαρή διαχείριση των χρημάτων που διατίθενται για την ανάπτυξη της περιφέρειας.
Γιατί η περιφερειακή ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι ένας ατελείωτος κύκλος από μελέτες, προγράμματα, ημερίδες, παρουσιάσεις, κορδέλες και φωτογραφίες. Ούτε μπορεί να εξαντλείται σε επιδοτήσεις που τελικά δεν παράγουν ούτε μόνιμες θέσεις εργασίας ούτε πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.
Τα χρήματα δεν αρκεί να απορροφώνται. Πρέπει να πιάνουν τόπο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Όλοι μιλούν για αποκέντρωση, αλλά οι υπηρεσίες συγκεντρώνονται. Όλοι μιλούν για στήριξη της υπαίθρου, αλλά σχολεία και δομές υγείας συρρικνώνονται. Όλοι μιλούν για τους νέους, αλλά οι νέοι αναγκάζονται να φύγουν για να βρουν αυτό που δεν τους προσφέρει ο τόπος τους: δουλειά, ασφάλεια και προοπτική.
Και ύστερα, όταν φύγουν, τους κατηγορούμε περίπου ότι «δεν αγαπούν τον τόπο τους».
Είναι βολικό.
Γιατί έτσι δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν αγαπήσαμε εμείς αρκετά τον τόπο τους ώστε να τους δώσουμε λόγο να μείνουν.
Η περιφέρεια δεν χρειάζεται άλλη μία συγκινητική καμπάνια. Χρειάζεται πολιτική που να μετριέται τον Ιανουάριο και όχι τον Αύγουστο.
Δεν χρειάζεται άλλες φωτογραφίες από γεμάτες πλατείες. Χρειάζεται γεμάτες σχολικές αίθουσες.
Δεν χρειάζεται άλλες δηλώσεις για «ζωντανά χωριά». Χρειάζεται ζωντανές οικονομίες.
Δεν χρειάζεται άλλες κορδέλες εγκαινίων. Χρειάζεται μόνιμες θέσεις εργασίας.
Γιατί το πραγματικό τεστ της περιφέρειας δεν είναι πόσοι χορεύουν στην πλατεία τον Δεκαπενταύγουστο.
Είναι πόσοι θα είναι εκεί τον Φεβρουάριο.
Κι όσο συνεχίζουμε να πανηγυρίζουμε τον Αύγουστο για μια εικόνα που εξαφανίζεται τον Σεπτέμβριο, δεν κάνουμε περιφερειακή πολιτική.
Κάνουμε απλώς δημόσιες σχέσεις.
Και μετά απορούμε γιατί η ύπαιθρος αδειάζει.
Το ξέρουμε γιατί.
Το έχουμε διαπιστώσει εδώ και χρόνια.
Το μόνο που δεν έχουμε κάνει ακόμη είναι να το αντιμετωπίσουμε.