Ένα νέο καινοτόμο σύστημα πλοήγησης που καταργεί την ανάγκη χρήσης δορυφόρων κάνει το ντεμπούτο του, προσφέροντας αυξημένη ακρίβεια σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα.
Το νέο σύστημα Ironstone Opal της Αυστραλιανής Q-CTRL αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα στον γεωεντοπισμό, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένους αισθητήρες, όπως τα μαγνητόμετρα, τα οποία διαβάζουν ακόμη και τις πιο αμελητέες μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Εάν τελικά επαληθευτούν οι προσδοκίες της εταιρείας, τότε πιθανότατα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική αλλαγή καθώς το σύστημα υπόσχεται έως και 50 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από το συμβατικό GPS.
Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη μοναδική μαγνητική «υπογραφή» κάθε περιοχής, δημιουργώντας έναν «ψηφιακό χάρτη» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πλοήγηση, ακόμη και σε σημεία όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δορυφορικό σήμα.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του Ironstone Opal. Επεξεργάζεται τα μαγνητικά δεδομένα ανά πάσα στιγμή, φιλτράρει τις παρεμβολές, ακόμη και αυτές που προέρχονται από το ίδιο το όχημα, και ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους λειτουργίας ώστε να προσφέρει κορυφαία ακρίβεια.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας προσφέρει στο Ironstone Opal «ανοσία» στις παρεμβολές, πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα συμβατικά GPS.
Έπειτα από τις πρώτες δοκιμές του συστήματος, παρατηρήθηκαν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Κατ΄ αρχάς παρατηρήθηκε μέγιστη απόκλιση μόλις 22 μέτρων σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Επίσης παρουσίασε 11 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από τα συστήματα που χρησιμοποιούν αισθητήρες κίνησης, ενώ τα σφάλματα θέσης μειώθηκαν έως και 7 φορές σε σύγκριση με αντίστοιχες τεχνολογίες.
Το Ironstone Opal έχει σχεδιαστεί κυρίως για χρήση σε τοποθεσίες όπου η πλοήγηση με GPS είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως σε αστικά κέντρα με ψηλά κτήρια που μπλοκάρουν τα σήματα, σε αυτόνομα οχήματα, ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χωρίς δορυφορική κάλυψη.
Το βασικό μειονέκτημα προς το παρόν είναι ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από λεπτομερείς μαγνητικούς χάρτες της εκάστοτε περιοχής οι οποίοι προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμοι σε ευρεία κλίμακα. Έτσι, προς το παρόν, το Ironstone Opal μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά με το υπάρχον GPS και όχι ως αντικαταστάτης του.
Ωστόσο, εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός, η απεξάρτηση από δορυφόρους ίσως γίνει πραγματικότητα, με τεράστιες επιπτώσεις στην αυτοκίνηση και την καθημερινή πλοήγηση των χρηστών.
Μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) δεν είναι τελικά όσο έξυπνη νομίζουμε; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Ο διάσημος γαλλοαμερικανός επιστήμονας Yann LeCun απαντά.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη διανύει μια περίοδο μετάβασης από τον ενθουσιασμό της υπόσχεσης στην ωριμότητα της εφαρμογής. Αν τα προηγούμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από την έκρηξη της παραγωγικής ΤΝ (Generative AI) και τα γλωσσικά μοντέλα που απλώς παρήγαγαν κείμενο ή εικόνες, σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο των αυτόνομων συστημάτων.
Η μεγαλύτερη τεχνολογική εξέλιξη είναι η στροφή από τα απλά chatbots στους «πράκτορες». Αυτά είναι συστήματα που δεν απαντούν απλώς σε ερωτήσεις, αλλά μπορούν να σχεδιάσουν, να διεκπεραιώσουν μια σύνθετη εργασία, να χρησιμοποιήσουν εξωτερικά εργαλεία και να εκτελέσουν αυτοματοποιημένες διαδικασίες (π.χ. οργάνωση ταξιδιού, ανάλυση δεδομένων, διαχείριση υποδομών πληροφορικής) με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση.
Η αδιαμφισβήτητη πρόοδος που έχει σημειώσει η Τεχνητή Νοημοσύνη
Τα μοντέλα πλέον επεξεργάζονται ταυτόχρονα και εγγενώς κείμενο, ήχο, εικόνα και βίντεο σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας φυσικές, προφορικές συνομιλίες χωρίς αισθητή καθυστέρηση.
Η ΤΝ μεταφέρεται από το σύννεφο (cloud) στις ίδιες τις συσκευές (σε τηλέφωνα, υπολογιστές, wearable συσκευές υγείας) για ταχύτερη επεξεργασία. Παράλληλα, ρομποτικά συστήματα με ενσωματωμένα μοντέλα AI αρχίζουν να αναλαμβάνουν πιο σύνθετες εργασίες σε αποθήκες, εργοστάσια και ιατρικές εφαρμογές.
Όμως, παρά τη θεαματική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την πραγματική κατανόηση του κόσμου. Τα σημερινά συστήματα δεν διαθέτουν ακόμη την αντίληψη του φυσικού περιβάλλοντος που έχει ακόμη και ένα ζώο.
Ο στόχος της AMI Labs που θα αλλάξει τα δεδομένα
«Δεν διαθέτουμε ρομπότ που να κατανοούν τον φυσικό κόσμο έστω και κατά προσέγγιση τόσο καλά όσο ένας αρουραίος», λέει ο Yann LeCun, μια από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της AI.
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας εργάστηκε για μια δεκαετία στη Meta, την εταιρεία που κατέχει το Facebook, έχοντας τη θέση του επικεφαλής στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά αποχώρησε το 2025, για να ιδρύσει την Advanced Machine Intelligence Labs, γνωστή ως AMI Labs.
Η AMI Labs δουλεύει πάνω σε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, που δεν βασίζεται στην τεχνολογία των σημερινών μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Στόχος είναι να πάει την ΤΝ πέρα από τα σημερινά συστήματα, όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini.
Ο LeCun πιστεύει ότι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) είναι εντυπωσιακά σε συγκεκριμένους τομείς: Κώδικας, μαθηματικά, παραγωγή κειμένου. Όμως, όπως υπογραμμίζει, αυτά τα προβλήματα είναι σε μεγάλο βαθμό «καθορισμένα» και προβλέψιμα. «Αυτά [τα LLM] ουσιαστικά απλώς συσσωρεύουν γνώση… Μπορούν να αναπαράγουν κάτι, τα εκπαιδεύεις να το αναπαράγουν, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνα. Δεν έχουν μια βαθύτερη κατανόηση», λέει.
Το παράδειγμα με το στυλό
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας κρατά ένα στυλό όρθιο, στη μύτη του. «Τι θα συμβεί αν το αφήσεις», ρωτάει; Ακόμη και ένα μικρό παιδί ξέρει ότι θα πέσει, αλλά δεν έχει νόημα να προβλέψει προς ποια κατεύθυνση, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να το γνωρίζει κανείς.
Ένα κλασικό LLM, αντίθετα, θα προσπαθούσε να δώσει μια συγκεκριμένη πρόβλεψη, βασισμένη στα στατιστικά μοτίβα που έχει δει, χωρίς καμία πραγματική «αίσθηση» της φυσικής.
Η πρόβλεψη θα ήταν σχεδόν λανθασμένη, διότι το σύστημα δεν αναλύει τη φυσική πραγματικότητα της κατάστασης, απλώς παράγει αυτό που φαίνεται στατιστικά εύλογο.
Ο LeCun αναφέρει ότι το σύστημα που αναπτύσσει η εταιρεία του, το οποίο ονομάζεται Joint Embedding Predictive Architecture (JEPA), έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει προβλήματα όπως αυτό. Σε ένα παράδειγμα όπως αυτό με το στυλό, ένα τέτοιο σύστημα δεν θα προσπαθούσε να προβλέψει την ακριβή κατεύθυνση της πτώσης, γιατί θα «καταλάβαινε» ότι αυτό είναι ουσιαστικά τυχαίο και άνευ σημασίας.
Για πρώτη φορά, η οικογένεια των foldables της Samsung αποκτά τρία μοντέλα, με ένα από αυτά να αλλάζει πλήρως τη φιλοσοφία της σειράς, ο λόγος για το νέο Galaxy Z Fold8. Η εταιρεία είχε στο παρελθόν πειραματιστεί με πιο προσιτές εκδόσεις τύπου flip, όμως ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε λανσάρει τρίτο μοντέλο με διαφορετική μορφή και αναλογία οθόνης.
Το Galaxy Z Fold8 είναι το πρώτο Fold που ανοίγει σε οθόνη με αναλογία 3:4, μια επιλογή που αλλάζει δραστικά τον τρόπο χρήσης. Μέχρι και την έβδομη γενιά, τα Fold άνοιγαν σε μια σχεδόν τετράγωνη επιφάνεια, ιδανική για multitasking, αλλά με κάθετη λογική. Το νέο μοντέλο, αντίθετα, προσφέρει οριζόντια εμπειρία αμέσως μόλις ανοίξει, σαν να έχουμε γυρίσει το κινητό στο πλάι. Η αναλογία 3:4 ευνοεί φωτογραφίες και βίντεο που έχουν δημιουργηθεί σε αυτό το format, γεμίζοντας την οθόνη χωρίς μαύρες μπάρες, ενώ κάνει την ανάγνωση ηλεκτρονικών βιβλίων πιο φυσική, με πραγματική αίσθηση «διπλής σελίδας».
Η συσκευή, κλειστή, δείχνει πιο πλατιά και πιο «κοντή» από ένα τυπικό smartphone, αλλά παραμένει οριακά διαχειρίσιμη με το ένα χέρι. Η κάθετη πληροφορία μειώνεται, όμως τα στοιχεία στην οθόνη εμφανίζονται μεγαλύτερα και πιο ευανάγνωστα. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι εντελώς πρωτόγνωρη. Έχει παρουσιαστεί και από τις Google και Huawei που έχουν ήδη δοκιμάσει οριζόντιες αναλογίες στα Pixel Fold και Pura X Max αντίστοιχα, όμως η Samsung είναι η πρώτη που υιοθετεί τόσο έντονα το 3:4 ως «κανονικό» Fold.
Η αλλαγή, βέβαια, δεν έρχεται χωρίς κόστος. Εφαρμογές που λειτουργούν αποκλειστικά σε κάθετη διάταξη εμφανίζουν πλαϊνές μπάρες, ενώ κάθετο περιεχόμενο (όπως τα δημοφιλή κάθετα βίντεο reels, shorts και tiktok) δεν γεμίζει την οθόνη. Ακόμη και στα e-books, τα βιβλία με πολλές εικόνες ή σύνθετη σελιδοποίηση μπορεί να απαιτήσουν περιστροφή της συσκευής, κάτι που μειώνει τη συνοχή της εμπειρίας. Επιπλέον, το Galaxy Z Fold8 δεν υποστηρίζει Flex Mode, δηλαδή η συσκευή δεν μπορεί να μείνει σταθερή σε ημι-ανοιχτή θέση και η διεπαφή δεν προσαρμόζεται ανάλογα, όπως συνέβαινε μέχρι το Fold7. Η Samsung έχει επιλέξει διαφορετικό μηχανισμό άρθρωσης, που ανοίγει πλήρως μετά από μια συγκεκριμένη γωνία.
Για όσους θέλουν τη «κλασική» εμπειρία Fold, η εταιρεία διατηρεί το Galaxy Z Fold8 Ultra ως το premium μοντέλο της σειράς. Με αναλογία οθόνης και λειτουργίες όμοιες με το Fold7, αλλά με λεπτότερο σώμα και βελτιώσεις στην κατασκευή, το Ultra συνεχίζει τη γνωστή παράδοση των κάθετων Fold και λειτουργεί ως η φυσική συνέχεια των προηγούμενων γενεών.
Η απόφαση της Samsung να κάνει το οριζόντιο Fold8 το «standard» μοντέλο της σειράς φαίνεται να συνδέεται με τις κινήσεις της Apple. Πρόσφατα η Apple ανακοίνωσε την κυκλοφορία ενός iPhone με αναλογία οθόνης κοντά στο 3:4 και με όνομα μοντέλου «iPhoneDuo». Η Samsung λοιπόν ήθελε να έχει έτοιμη γκάμα που να καλύπτει όλες τις πιθανές χρήσεις, ώστε να μην αφήσει το νέο format να γίνει μονοπώλιο της Apple.
Παράλληλα, η αγορά έχει δείξει ότι οι τάσεις δεν είναι πάντα σταθερές. Πέρυσι, η Samsung έσπευσε να απαντήσει στο υπερ-λεπτό iPhone Air με το Galaxy S25 Edge, όμως το μοντέλο της Apple δεν απέδωσε εμπορικά και η Samsung εγκατέλειψε την ιδέα για τη σειρά S26. Τα foldables, βέβαια, είναι πιο σύνθετη κατηγορία και δύσκολα θα δούμε απότομες ακυρώσεις, όμως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αν οι χρήστες προτιμήσουν ξανά την κάθετη εμπειρία, το Ultra μπορεί να ξαναγίνει το κέντρο της σειράς.
Προς το παρόν, η Samsung προσφέρει, μαζί με το GalaxyZFlip8, τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις στην κατηγορία κινητών με αναδιπλούμενη οθόνη, με το Galaxy Z Fold8 να ανοίγει μια νέα σελίδα στο χώρο. Το αν η οριζόντια λογική θα γίνει το νέο mainstream ή αν θα παραμείνει μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική, θα το αποφασίσει το κοινό τους επόμενους μήνες.
Αν υπάρχει μία αγορά που απειλείται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην εποχή του πλήρως ψηφιακού gaming, είναι η αγορά των μεταχειρισμένων παιχνιδιών. Η απόφαση της Sony να σταματήσει την παραγωγή φυσικών δίσκων PlayStation, από το 2028, δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος ενός μέσου αποθήκευσης. Για πολλούς, είναι το τέλος μιας ολόκληρης φιλοσοφίας γύρω από την κατοχή ενός βιντεοπαιχνδιού.
Για δεκαετίες, η αγορά ενός παιχνιδιού σήμαινε ότι αποκτούσαμε ένα αντικείμενο που πραγματικά μας ανήκε. Το βάζαμε στη συλλογή μας, το δανείζαμε σε έναν φίλο, το πουλούσαμε, όταν το ολοκληρώναμε ή το αγοράζαμε μεταχειρισμένο σε μια τιμή που μας επέτρεπε να απολαύσουμε μια μεγάλη κυκλοφορία, χωρίς να ξοδέψουμε μια περιουσία. Αυτή η αλυσίδα κρατούσε ζωντανή μια ολόκληρη οικονομία γύρω από τα βιντεοπαιχνίδια, από μικρά καταστήματα, μέχρι αμέτρητους ιδιώτες που αγόραζαν και πουλούσαν παιχνίδια μεταξύ τους.
Με το πέρασμα σε ένα αποκλειστικά ψηφιακό μοντέλο, όλα αυτά θα αρχίσουν να εξαφανίζονται. Ένα ψηφιακό παιχνίδι δεν μεταπωλείται, δε δανείζεται και δεν αλλάζει χέρια. Παραμένει δεμένο στο λογαριασμό του αγοραστή και στην πραγματικότητα, ο καταναλωτής δεν αποκτά ποτέ την ίδια αίσθηση ιδιοκτησίας που του έδινε ένα φυσικό αντίτυπο. Ακόμη κι αν έχει πληρώσει 80 ή 90 ευρώ, δεν μπορεί να ανακτήσει ούτε μέρος αυτής της αξίας όταν τελειώσει το παιχνίδι.
Το μεγαλύτερο, όμως, ζήτημα δεν είναι μόνο η απώλεια της μεταπώλησης. Είναι η ισορροπία δυνάμεων που αλλάζει υπέρ των εκδοτών. Η αγορά των μεταχειρισμένων λειτουργούσε ανέκαθεν ως ένας φυσικός μηχανισμός πίεσης στις τιμές. Λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία ενός τίτλου, τα πρώτα μεταχειρισμένα αντίτυπα έκαναν την εμφάνισή τους και δημιουργούσαν ανταγωνισμό. Ο παίκτης μπορούσε να επιλέξει αν θα αγόραζε καινούργιο ή μεταχειρισμένο, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και τα καταστήματα προσαρμόζονταν ανάλογα.
Σε έναν κόσμο χωρίς φυσικά αντίτυπα, αυτός ο ανταγωνισμός εξαφανίζεται. Η τιμή ενός παιχνιδιού καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τον εκδότη και το ψηφιακό κατάστημα. Αν δεν υπάρξει κάποια επίσημη προσφορά, ο καταναλωτής δεν έχει εναλλακτική. Δεν μπορεί να βρει ένα φθηνότερο αντίτυπο από κάποιον άλλο παίκτη, ούτε να περιμένει τη φυσιολογική πτώση των τιμών που έφερνε η αγορά των μεταχειρισμένων. Ολόκληρος ο έλεγχος περνά στα χέρια εκείνων που διανέμουν το προϊόν.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Δεν πρόκειται μόνο για μια αλλαγή στον τρόπο διανομής των παιχνιδιών, αλλά για μια μεταβολή στη σχέση ανάμεσα στον παίκτη και τις εταιρείες. Όσο περιορίζονται οι εναλλακτικές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση από ένα και μόνο οικοσύστημα. Ο εκδότης αποφασίζει την τιμή, τη διάρκεια των προσφορών, τη διαθεσιμότητα ενός τίτλου, ακόμη και το πότε θα αποσυρθεί από το ψηφιακό κατάστημα. Ο καταναλωτής, από την άλλη, έχει ολοένα και λιγότερες επιλογές.
Η αγορά των μεταχειρισμένων δεν ήταν ποτέ απλώς ένας τρόπος να εξοικονομήσουμε χρήματα. Ήταν μια δεύτερη ζωή για κάθε παιχνίδι. Ένας τίτλος μπορούσε να περάσει από χέρια σε χέρια, να τον ανακαλύψει κάποιος χρόνια αργότερα και να συνεχίσει να υπάρχει έξω από τους κανόνες που επέβαλλαν οι εκδότες. Ήταν μια αγορά που λειτουργούσε σχεδόν οργανικά, χωρίς να χρειάζεται την έγκριση κανενός.
Υπάρχει και μια πιο συναισθηματική διάσταση, την οποία δύσκολα μπορεί να αντικαταστήσει ένα ψηφιακό αρχείο. Για πολλούς παίκτες, η φυσική συλλογή δεν είναι απλώς πλαστικά κουτιά σε ένα ράφι. Είναι αναμνήσεις. Είναι το παιχνίδι που περίμεναν μήνες να κυκλοφορήσει, το δώρο που πήραν σε κάποια γιορτή, ο τίτλος που αντάλλαξαν με έναν φίλο ή εκείνος που βρήκαν τυχαία μεταχειρισμένο σε ένα μικρό κατάστημα. Κάθε κουτί κουβαλά μια μικρή ιστορία, κάτι που δεν μπορεί να αναπαράγει μια λίστα αγορών σε έναν ψηφιακό λογαριασμό.
Φυσικά, η μετάβαση στο digital έχει και προφανή πλεονεκτήματα. Οι λήψεις είναι άμεσες, δεν υπάρχουν προβλήματα διαθεσιμότητας ή αποθεμάτων και η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη γίνεται από οπουδήποτε. Όμως αυτή η ευκολία συνοδεύεται από ένα τίμημα. Κάθε βήμα προς την ψηφιακή αποκλειστικότητα αφαιρεί ένα ακόμη κομμάτι ελευθερίας από τον καταναλωτή και μεταφέρει περισσότερο έλεγχο στις εταιρείες.
Ίσως αυτός να είναι και ο πραγματικός λόγος που η είδηση της παύσης παραγωγής φυσικών δίσκων από την Sony προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις. Δεν είναι μόνο ότι οι δίσκοι εξαφανίζονται. Είναι ότι μαζί τους χάνεται σταδιακά και η έννοια της ιδιοκτησίας, της επιλογής και μιας αγοράς που μέχρι σήμερα λειτουργούσε ως αντίβαρο στην απόλυτη δύναμη των εκδοτών. Για μια γενιά παικτών που μεγάλωσε ανταλλάσσοντας παιχνίδια στις αυλές των σχολείων, ψάχνοντας ευκαιρίες στα ράφια των καταστημάτων ή χτίζοντας σιγά σιγά τη συλλογή της, αυτό μοιάζει λιγότερο με μια τεχνολογική εξέλιξη και περισσότερο με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.