Τρεις από τις πιο διαδεδομένες πεποιθήσεις των χρηστών iPhone αποδεικνύονται στην πραγματικότητα ανακρίβειες. Αφορούν τη διαχείριση των εφαρμογών στο παρασκήνιο, την υποτιθέμενη ανοσία σε ιούς και malware και την πεποίθηση ότι τα iPhone είναι αδιάβροχα. Η αποκατάσταση αυτών των μύθων είναι σημαντική, καθώς η λανθασμένη ενημέρωση μπορεί να οδηγήσει σε περιττή φθορά μπαταρίας ή σε σοβαρές βλάβες στη συσκευή.
Μύθος 1: Πρέπει να κλείνουμε τις εφαρμογές που δεν χρησιμοποιούμε
Πολλοί χρήστες πιστεύουν ότι μια εφαρμογή που έχει ανοίξει συνεχίζει να τρέχει κανονικά στο παρασκήνιο και να καταναλώνει μπαταρία μέχρι να κλειστεί χειροκίνητα. Η υπόθεση ακούγεται λογική, αλλά δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το iOS.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες συσκευές Android, το iOS δεν προσφέρει επιλογή μαζικού κλεισίματος όλων των εφαρμογών. Αυτό δεν είναι παράλειψη, αλλά σχεδιαστική επιλογή: Όταν ο χρήστης φεύγει από μια εφαρμογή, το λειτουργικό σύστημα την τοποθετεί σε κατάσταση «αναστολής» ή «ύπνου». Εφόσον η εφαρμογή λειτουργεί σωστά, σε αυτή την κατάσταση δεν επηρεάζει τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας.
Το χειροκίνητο κλείσιμο μπορεί μάλιστα να λειτουργήσει αντίστροφα. Η πράξη του κλεισίματος από μόνη της δεν έχει σχεδόν καμία επίδραση στην κατανάλωση. Αντίθετα, το ξανά-άνοιγμα μιας εφαρμογής από το μηδέν επιβαρύνει σημαντικά την μπαταρία, καθώς απαιτεί πλήρη επανεκκίνηση των διεργασιών της.
Μύθος 2: Το iPhone δεν παθαίνει ιούς ή malware
Είναι αλήθεια ότι το iPhone είναι γενικά πιο προστατευμένο σε σχέση με τις συσκευές Android, κυρίως λόγω της αυστηρής διαδικασίας ελέγχου που εφαρμόζει η Apple στο App Store. Στο Android είναι ευκολότερη η εγκατάσταση εφαρμογών τρίτων που δεν έχουν περάσει από σωστό έλεγχο, κάτι που δημιουργεί μεγαλύτερη έκθεση σε επιθέσεις.
Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι συσκευές Apple είναι άτρωτες. Τα τελευταία χρόνια, οι επιθέσεις εναντίον συσκευών Apple έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ένα iPhone μπορεί τεχνικά να μολυνθεί από ιό, ενώ οι χρήστες του είναι εξίσου εκτεθειμένοι σε phishing απάτες όσο και οποιοσδήποτε άλλος.
Για τον λόγο αυτό, η βασική προστασία παραμένει στα χέρια του χρήστη. Εξοικείωση με τα σημάδια μιας phishing απάτης, αποφυγή του ξεκλειδώματος της συσκευής (jailbreak) και τακτική ενημέρωση στην πιο πρόσφατη έκδοση του iOS αποτελούν τα θεμελιώδη μέτρα. Μετά από μια αναβάθμιση iOS, είναι φυσιολογικό η μπαταρία να αδειάζει ταχύτερα για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά το φαινόμενο είναι προσωρινό και δεν πρέπει να αποτρέπει τις ενημερώσεις.
Μύθος 3: Τα iPhone είναι αδιάβροχα
Ορισμένα μοντέλα iPhone διαθέτουν ανθεκτικότητα στο νερό σε διαφορετικά επίπεδα, καθώς και αντοχή σε πιτσιλίσματα και σκόνη. Ανθεκτικότητα όμως δεν σημαίνει απόλυτη ανοσία. Σύμφωνα με ανακοίνωση της ίδιας της Apple, ένα iPhone με προστασία από το νερό δεν είναι αδιάβροχο.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Η συσκευή μπορεί να επιβιώσει μετά από ένα τυχαίο πιτσίλισμα, αλλά η πλήρης βύθιση σε νερό δεν είναι ασφαλής. Είτε πρόκειται για πισίνα είτε για θάλασσα, η κολύμβηση με το iPhone στην τσέπη ή στο χέρι δεν αποτελεί εγκεκριμένη χρήση και μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη βλάβη.
Προσοχή και στη μέθοδο του ρυζιού! Η δημοφιλής συμβουλή να τοποθετηθεί ένα βρεγμένο iPhone μέσα σε ρύζι αποδεικνύεται επίσης προβληματική. Η Apple συνιστά ρητά την αποφυγή της μεθόδου, καθώς μικρά σωματίδια ρυζιού μπορούν να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της συσκευής και να προκαλέσουν βλάβη σε εξαρτήματα. Η σωστή πρακτική, όταν εμφανίζεται το ειδοποιητικό μήνυμα «εντοπίστηκε υγρό» (liquid detected), είναι η συσκευή να αφεθεί σε στεγνό χώρο για φυσικό στέγνωμα, με απαλά ελαφρά χτυπήματα στην παλάμη του χεριού ώστε να απομακρυνθεί τυχόν παγιδευμένο νερό.
Η άποψή μας
Οι τρεις αυτοί μύθοι είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς διαδίδονται ανακρίβειες στο διαδίκτυο και εδραιώνονται ως «κοινή γνώση». Για τον μέσο χρήστη, η βασική συμβουλή είναι απλή: Να μην κλείνουμε εμμονικά εφαρμογές, να μην υποτιμάμε τους κινδύνους ασφαλείας επειδή έχουμε iPhone και μην εμπιστεύόμαστε τη συσκευή μας σε βαθιά νερά! Όποτε υπάρχει αμφιβολία, η πιο ασφαλής πηγή πληροφόρησης είναι η ίδια η υποστήριξη της Apple, όχι η συζήτηση σε forum ή social media.
Οι πρώτες απαγορεύσεις και περιορισμοί στη χρήση των smart glasses αρχίζουν να εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικότητας. Καμία χώρα δεν έχει απαγορεύσει εντελώς την τεχνολογία, ωστόσο αρκετές έχουν περιορίσει τη χρήση της σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ άλλες εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα. Περιορισμούς επιβάλλουν πλέον και ιδιωτικές εταιρείες, κυρίως σε διοργανώσεις εκδηλώσεων και σε συνέδρια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα smart glasses επιτρέπονται γενικά ελεύθερα, όμως η πολιτεία της Νέας Υόρκης τα έχει απαγορεύσει σε όλα τα δικαστήριά της. Τα γυαλιά με δυνατότητα εγγραφής ενδέχεται να εκληφθούν ως απόπειρα εκφοβισμού των εμπλεκομένων σε μια υπόθεση, ενώ πολλές δικογραφίες περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπου μη εξουσιοδοτημένες εγγραφές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους. Πιο περιορισμένες απαγορεύσεις στα δικαστήρια έχουν εισαγάγει και άλλες πολιτείες, ανάμεσά τους η Φιλαδέλφεια, η Χαβάη και η Βόρεια Καρολίνα.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ απαγορεύει στα στελέχη της να φορούν, όταν βρίσκονται εν στολή, γυαλιά με ανακλαστικούς φακούς ή smart glasses που διαθέτουν δυνατότητες φωτογράφησης, βιντεοσκόπησης ή τεχνητής νοημοσύνης. Ο κανόνας φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με ζητήματα εμφάνισης και ομοιομορφίας της στολής, παρά με κάποια αντίθεση στην ίδια την τεχνολογία, κάτι που υποδηλώνει και η ρητή αναφορά στους ανακλαστικούς φακούς. Παράλληλα, αρκετοί συμμετέχοντες σε συνέδρια, όπως το DEF CON 34, το μεγάλο συνέδριο hacker, αποκλείστηκαν λόγω της χρήσης των Meta glasses ή παρόμοιων συσκευών. Οι διοργανωτές επισήμαναν ότι το λαμπάκι εγγραφής ορισμένων γυαλιών δεν είναι ιδιαίτερα εμφανές και ότι τα γυαλιά μπορούν να καταγράφουν άτομα εν αγνοία τους.
Παρόμοια είναι η εικόνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα δικαστήρια δεν απαγορεύουν ρητά τη χρήση τους, ωστόσο μετά από περιστατικό στο οποίο κάποιος δεχόταν υποδείξεις από το ενσωματωμένο AI των γυαλιών κατά τη διάρκεια δίκης, η χρήση τους θεωρείται πλέον ανεπιθύμητη. Καθώς ισχύουν και περιορισμοί στις εγγραφές εντός των βρετανικών δικαστηρίων, η λήψη φωτογραφιών ή βίντεο με smart glasses παραβιάζει τους κανόνες, όπως ακριβώς και με ένα κινητό ή μια κανονική κάμερα. Εταιρείες όπως η Monopoly Events έχουν απαγορεύσει τα γυαλιά με κάμερα στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν, έπειτα από καταγγελίες για κρυφές εγγραφές, ενώ έχει κατατεθεί και αίτηση προς την κυβέρνηση για απαγόρευση της πώλησης και της προώθησής τους στη χώρα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει έκθεση για τα smart glasses, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες. Παράλληλα με τη συζήτηση για γενικότερους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, ορισμένα κράτη μέλη λαμβάνουν ήδη τις δικές τους αποφάσεις. Η αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων της Γερμανίας προειδοποίησε ότι τα γυαλιά με κάμερα ενδέχεται να απαγορευτούν βάσει υφιστάμενων νόμων για τις κρυφές συσκευές εγγραφής που είναι ενσωματωμένες σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Στην Ολλανδία, ακτιβιστές για τα ψηφιακά δικαιώματα έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τη δυνατότητα καταγραφής ανθρώπων εν αγνοία τους, ενώ η γαλλική ρυθμιστική αρχή CNIL έχει επισημάνει τους κινδύνους που θέτουν για την ιδιωτικότητα.
Στη Νότια Κορέα εφαρμόζεται ένα διαφορετικό είδος απαγόρευσης: Η χώρα έχει απαγορεύσει ρητά τα smart glasses στις αίθουσες εξετάσεων, έπειτα από περιστατικά όπου μαθητές πιάστηκαν να επιχειρούν να αντιγράψουν με αυτά. Οι έξυπνες συσκευές απαγορεύονται ούτως ή άλλως στις εξετάσεις των περισσότερων σχολείων παγκοσμίως, ωστόσο, δεδομένης της σημασίας της Εθνικής Εξέτασης Πανεπιστημιακής Ικανότητας (College Scholastic Ability Test), η ρητή αναφορά αίρει κάθε αμφιβολία για το αν επιτρέπεται καν η είσοδος τέτοιων γυαλιών στην αίθουσα.
Οι απαγορεύσεις παραμένουν προς το παρόν λίγες, κάτι που ενδέχεται να αλλάξει αν δεν υπάρξουν εξελίξεις σε επίπεδο σχεδιασμού των έξυπνων γυαλιών. Η βασική ανησυχία αφορά την ιδιωτικότητα όσων βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της κάμερας, ιδίως όταν δεν γνωρίζουν ότι καταγράφονται. Μια πιθανή λύση, σύμφωνα με το Techradar, θα ήταν να γίνεται πολύ πιο εμφανές πότε τα γυαλιά καταγράφουν, με πιο έντονα λαμπάκια, δυνατό ήχο κλείστρου στη φωτογράφιση ή ηχητική ένδειξη κατά την εγγραφή βίντεο. Οι χρήστες, από την πλευρά τους, ζητούν μεγαλύτερο έλεγχο στα δεδομένα που μπορούν να προσπελάσουν οι κατασκευαστές, αλλά και περισσότερη διαφάνεια σχετικά με το ποιες εικόνες και βίντεο κοινοποιούνται ή μπορούν να καταστούν προσβάσιμα σε τρίτους.
Ένα νέο καινοτόμο σύστημα πλοήγησης που καταργεί την ανάγκη χρήσης δορυφόρων κάνει το ντεμπούτο του, προσφέροντας αυξημένη ακρίβεια σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα.
Το νέο σύστημα Ironstone Opal της Αυστραλιανής Q-CTRL αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα στον γεωεντοπισμό, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένους αισθητήρες, όπως τα μαγνητόμετρα, τα οποία διαβάζουν ακόμη και τις πιο αμελητέες μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Εάν τελικά επαληθευτούν οι προσδοκίες της εταιρείας, τότε πιθανότατα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική αλλαγή καθώς το σύστημα υπόσχεται έως και 50 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από το συμβατικό GPS.
Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη μοναδική μαγνητική «υπογραφή» κάθε περιοχής, δημιουργώντας έναν «ψηφιακό χάρτη» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πλοήγηση, ακόμη και σε σημεία όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δορυφορικό σήμα.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του Ironstone Opal. Επεξεργάζεται τα μαγνητικά δεδομένα ανά πάσα στιγμή, φιλτράρει τις παρεμβολές, ακόμη και αυτές που προέρχονται από το ίδιο το όχημα, και ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους λειτουργίας ώστε να προσφέρει κορυφαία ακρίβεια.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας προσφέρει στο Ironstone Opal «ανοσία» στις παρεμβολές, πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα συμβατικά GPS.
Έπειτα από τις πρώτες δοκιμές του συστήματος, παρατηρήθηκαν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Κατ΄ αρχάς παρατηρήθηκε μέγιστη απόκλιση μόλις 22 μέτρων σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Επίσης παρουσίασε 11 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από τα συστήματα που χρησιμοποιούν αισθητήρες κίνησης, ενώ τα σφάλματα θέσης μειώθηκαν έως και 7 φορές σε σύγκριση με αντίστοιχες τεχνολογίες.
Το Ironstone Opal έχει σχεδιαστεί κυρίως για χρήση σε τοποθεσίες όπου η πλοήγηση με GPS είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως σε αστικά κέντρα με ψηλά κτήρια που μπλοκάρουν τα σήματα, σε αυτόνομα οχήματα, ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χωρίς δορυφορική κάλυψη.
Το βασικό μειονέκτημα προς το παρόν είναι ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από λεπτομερείς μαγνητικούς χάρτες της εκάστοτε περιοχής οι οποίοι προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμοι σε ευρεία κλίμακα. Έτσι, προς το παρόν, το Ironstone Opal μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά με το υπάρχον GPS και όχι ως αντικαταστάτης του.
Ωστόσο, εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός, η απεξάρτηση από δορυφόρους ίσως γίνει πραγματικότητα, με τεράστιες επιπτώσεις στην αυτοκίνηση και την καθημερινή πλοήγηση των χρηστών.
Μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) δεν είναι τελικά όσο έξυπνη νομίζουμε; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Ο διάσημος γαλλοαμερικανός επιστήμονας Yann LeCun απαντά.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη διανύει μια περίοδο μετάβασης από τον ενθουσιασμό της υπόσχεσης στην ωριμότητα της εφαρμογής. Αν τα προηγούμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από την έκρηξη της παραγωγικής ΤΝ (Generative AI) και τα γλωσσικά μοντέλα που απλώς παρήγαγαν κείμενο ή εικόνες, σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο των αυτόνομων συστημάτων.
Η μεγαλύτερη τεχνολογική εξέλιξη είναι η στροφή από τα απλά chatbots στους «πράκτορες». Αυτά είναι συστήματα που δεν απαντούν απλώς σε ερωτήσεις, αλλά μπορούν να σχεδιάσουν, να διεκπεραιώσουν μια σύνθετη εργασία, να χρησιμοποιήσουν εξωτερικά εργαλεία και να εκτελέσουν αυτοματοποιημένες διαδικασίες (π.χ. οργάνωση ταξιδιού, ανάλυση δεδομένων, διαχείριση υποδομών πληροφορικής) με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση.
Η αδιαμφισβήτητη πρόοδος που έχει σημειώσει η Τεχνητή Νοημοσύνη
Τα μοντέλα πλέον επεξεργάζονται ταυτόχρονα και εγγενώς κείμενο, ήχο, εικόνα και βίντεο σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας φυσικές, προφορικές συνομιλίες χωρίς αισθητή καθυστέρηση.
Η ΤΝ μεταφέρεται από το σύννεφο (cloud) στις ίδιες τις συσκευές (σε τηλέφωνα, υπολογιστές, wearable συσκευές υγείας) για ταχύτερη επεξεργασία. Παράλληλα, ρομποτικά συστήματα με ενσωματωμένα μοντέλα AI αρχίζουν να αναλαμβάνουν πιο σύνθετες εργασίες σε αποθήκες, εργοστάσια και ιατρικές εφαρμογές.
Όμως, παρά τη θεαματική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την πραγματική κατανόηση του κόσμου. Τα σημερινά συστήματα δεν διαθέτουν ακόμη την αντίληψη του φυσικού περιβάλλοντος που έχει ακόμη και ένα ζώο.
Ο στόχος της AMI Labs που θα αλλάξει τα δεδομένα
«Δεν διαθέτουμε ρομπότ που να κατανοούν τον φυσικό κόσμο έστω και κατά προσέγγιση τόσο καλά όσο ένας αρουραίος», λέει ο Yann LeCun, μια από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της AI.
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας εργάστηκε για μια δεκαετία στη Meta, την εταιρεία που κατέχει το Facebook, έχοντας τη θέση του επικεφαλής στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά αποχώρησε το 2025, για να ιδρύσει την Advanced Machine Intelligence Labs, γνωστή ως AMI Labs.
Η AMI Labs δουλεύει πάνω σε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, που δεν βασίζεται στην τεχνολογία των σημερινών μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Στόχος είναι να πάει την ΤΝ πέρα από τα σημερινά συστήματα, όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini.
Ο LeCun πιστεύει ότι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) είναι εντυπωσιακά σε συγκεκριμένους τομείς: Κώδικας, μαθηματικά, παραγωγή κειμένου. Όμως, όπως υπογραμμίζει, αυτά τα προβλήματα είναι σε μεγάλο βαθμό «καθορισμένα» και προβλέψιμα. «Αυτά [τα LLM] ουσιαστικά απλώς συσσωρεύουν γνώση… Μπορούν να αναπαράγουν κάτι, τα εκπαιδεύεις να το αναπαράγουν, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνα. Δεν έχουν μια βαθύτερη κατανόηση», λέει.
Το παράδειγμα με το στυλό
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας κρατά ένα στυλό όρθιο, στη μύτη του. «Τι θα συμβεί αν το αφήσεις», ρωτάει; Ακόμη και ένα μικρό παιδί ξέρει ότι θα πέσει, αλλά δεν έχει νόημα να προβλέψει προς ποια κατεύθυνση, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να το γνωρίζει κανείς.
Ένα κλασικό LLM, αντίθετα, θα προσπαθούσε να δώσει μια συγκεκριμένη πρόβλεψη, βασισμένη στα στατιστικά μοτίβα που έχει δει, χωρίς καμία πραγματική «αίσθηση» της φυσικής.
Η πρόβλεψη θα ήταν σχεδόν λανθασμένη, διότι το σύστημα δεν αναλύει τη φυσική πραγματικότητα της κατάστασης, απλώς παράγει αυτό που φαίνεται στατιστικά εύλογο.
Ο LeCun αναφέρει ότι το σύστημα που αναπτύσσει η εταιρεία του, το οποίο ονομάζεται Joint Embedding Predictive Architecture (JEPA), έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει προβλήματα όπως αυτό. Σε ένα παράδειγμα όπως αυτό με το στυλό, ένα τέτοιο σύστημα δεν θα προσπαθούσε να προβλέψει την ακριβή κατεύθυνση της πτώσης, γιατί θα «καταλάβαινε» ότι αυτό είναι ουσιαστικά τυχαίο και άνευ σημασίας.