Σε θέση μάχης είναι οι μικροί, διήεροι παραγωγοί τσίπουρου (όπως αποκαλούνται), αλλά και τσικουδιάς, για τα πρόστιμα ύψους χιλίων ευρώ, λόγω της απαγόρευσης διακίνησης του χύμα τσίπουρου από τους συγκεκριμένους παραγωγούς στα καταστήματα εστίασης.
Η απόφαση είναι του 2017 και άρχισε η εφαρμογή της, μετά και τη σχετική εγκύκλιο του προηγούμενου Φεβρουαρίου, με αποτέλεσμα να επικρατεί αναβρασμός όχι μόνο στους παραγωγούς, αλλά και στις ταβέρνες, όπου καταναλώνεται το χύμα τσίπουρο.
Το τσίπουρο δεν μπορεί να ονομάζεται πλέον έτσι, αλλά «προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διημέρων)», κάτι που δημιουργεί σημαντικά προβλήματα, σε ένα προϊόν, που παραδοσιακά διακινείται στο μεγαλύτερο ποσοστό του ως χύμα τσίπουρο.
Ο βουλευτής Λάρισας της ΝΔ, Μάξιμος Χαρακόπουλος, έχει αναλάβει εδώ και αρκετό καιρό μια εκστρατεία, προκειμένου να πείσει την κυβέρνηση να δώσει λύση στο ζήτημα που έχει ανακύψει και αφορά σε χιλιάδες παραγωγούς, αλλά ως επίπτωση και στα καφενεία και τα καταστήματα εστίασης σε όλη την Ελλάδα.
Ο κ. Χαρακόπουλος έχει ήδη ενημερώσει τον υπουργό Εσωτερικών, Τάκη Θεοδωρικάκο και τον αρμόδιο υφυπουργό Ανάπτυξης, Νίκο Παπαθανασίου, ενώ όπως επισημαίνει θα συνεχίσει να ενημερώνει όλους τους εμπλεκόμενους, προκειμένου να βρεθεί λύση.
Μάλιστα, μετά τις αντιδράσεις, η κυβέρνηση φέρεται να μελετά τη σύγκληση σύσκεψης όλων των εμπλεκομένων, προκειμένου να βρεθεί μια φόρμουλα για να σταματήσουν τα πρόστιμα και να προστατευθεί η παραγωγή.
Οι παραγωγοί επισημαίνουν ότι με τις νέες ρυθμίσεις ουσιαστικά καθίσταται αδύνατη η διακίνηση του τσίπουρου που παράγουν οι διήμεροι αποσταγματοποιοί, διότι μπαίνουν ανυπέρβλητα εμπόδια στη διακίνηση του προϊόντος, ενώ τίθενται και ζητήματα ορθής ενημέρωσης του καταναλωτή για την προέλευση του τσίπουρου που καταναλώνει, ακόμη και ζητήματα δημόσιας υγείας.
Το πρόβλημα, σε συνδυασμό με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που οδηγεί σε αύξηση της φορολογίας στο τσίπουρο και τις συνέπειες από τη συμμόρφωση της χώρας, έχει δημιουργήσει πολύ έντονες αντιδράσεις στους παραγωγούς.
Ο νόμος προβλέπει ότι πλέον τσίπουρο και τσικουδιά πρέπει να διατίθενται αποκλειστικά εμφιαλωμένα. Ήταν άλλωστε και ένα από τα πιο σημαντικά επιχειρήματα στην κατοχύρωση των προϊόντων διεθνώς. «Το προϊόν που προσφέρεται αποκλειστικά και μόνο χύμα είναι το προϊόν απόσταξης μικρών αποσταγματοποιών (διήμερων) και οποιαδήποτε άλλη αναγραφή ονομασίας για χύμα προϊόντα αυτού του τύπου, όπως ‘τσίπουρο’ ή ‘τσικουδιά’ στους τιμοκαταλόγους και στα λοιπά έγγραφα διακίνησης και εμπορίας απαγορεύεται», αναφέρει ο νόμος, ο οποίος φέρνει σε «σύγκρουση» τους παραγωγούς χύμα τσίπουρου (και τσικουδιάς), με τους παραγωγούς εμφιαλωμένου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι κάτοχοι αδειών διήμερης απόσταξης μικρών παραγωγών είναι περίπου 51.000 και η συντριπτική πλειοψηφία τους (περίπου οι 48.000) δηλώνει ότι η παραγωγή είναι μικρότερη από 150 κιλά. Συνεπώς θεωρείται ότι αφορά σε ίδια κατανάλωση κι εκεί υπάρχει ένα μεγάλο ζήτημα, αφού στην πράξη δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Οι ίδιοι οι παραγωγοί χύμα τσίπουρου υποστηρίζουν πως η διακίνηση χύμα τσίπουρου έχει εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια διότι η διαφορά της φορολόγησης με το εμφιαλωμένο είναι πολύ μεγάλη. Το εμφιαλωμένο επιβαρύνεται με ειδικό φόρο 12,75 ευρώ ανά λίτρο άνυδρης αλκοόλης, ενώ το χύμα επιβαρύνεται με εφάπαξ κατ’ αποκοπή φόρο 1,4 ευρώ ανά λίτρο αιθυλικής αλκοόλης.
Με εκδηλώσεις που ξεκίνησαν το απόγευμα του Σαββάτου 25 Ιουλίου, παραμονή της εορτής, η Ναύπακτος γιόρτασε με λαμπρότητα την Αγία Παρασκευή.
Στις 19:00 τελέστηκε Μεγάλος Πολυαρχιερατικὸς Εσπερινός, χοροστατούντων των Μητροπολιτών Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιερόθεου και Ισπανίας & Πορτογαλίας κ. Πολύκαρπου.
Ακολούθησε αρτοκλασία στην Πλατεία Φαρμάκη, ενώ ακολούθησε η λιτάνευση της Ιεράς Εικόνας της Αγίας Παρασκευής στους δρόμους της πόλης, με τη συμμετοχή του Κλήρου, των τοπικών αρχών, πλήθους πιστών και με επικεφαλής την Παπαχαραλαμπείο Φιλαρμονική.
Ανήμερα της εορτής, Κυριακή 26 Ιουλίου στις 7:00 το πρωί θα τελεστεί ο Πανηγυρικός Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ενώ στις 7:00 το απόγευμα θα τελεστούν ο Εσπερινός και η Ιερά Παράκληση προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής.
Ο Δήμος Ναυπακτίας και η Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου διοργανώνουν εκδήλωση για τους απόδημους Ναυπακτίους, την Τρίτη, 28 Ιουλίου 2026 και ώρα 20:30 στο Ενετικό Λιμάνι (δυτικός βραχίονας).
Στην εκδήλωση συμμετέχουν η Χορωδία Δημοτικής Μουσικής της Μητροπόλεως υπό τη διεύθυνση του Π.Αναστασόπουλου και τμήματα του Λαογραφικού Πολιτιστικού Χορευτικού Ομίλου Ναυπάκτου (Λ.Π.Χ.Ο.Ν.) «Ανεμογιάννης» και του Ναυπακτιακού Χορευτικού Ομίλου Φίλων Ελληνικής Παράδοσης (ΝΑ.Χ.Ο.Φ.Ε.Π.) «Ναυς».
Το Κάστρο της Ναυπάκτου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Είναι ένα μνημείο που δεν ξεχωρίζει μόνο για την ιστορική και αρχαιολογική του αξία, αλλά και για τη μοναδική αρμονία που είχε διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες ανάμεσα στα τείχη και το φυσικό περιβάλλον.
Οι πρόσφατες εκτεταμένες υλοτομίες, που πραγματοποιήθηκαν με το σκεπτικό της προστασίας του κάστρου από πυρκαγιά και της ανάδειξης των τειχών, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Η πρόταση της δημοτικής αρχής, η οποία υιοθετήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, είχε ως αποτέλεσμα μια εικόνα που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο οποιονδήποτε αγαπά το μνημείο.
Σήμερα, μεγάλο μέρος του κάστρου θυμίζει περισσότερο έναν γυμνό βραχώδη λόφο παρά το ιστορικό τοπίο που γνωρίζαμε επί δεκαετίες. Η εικόνα αυτή, κατά την άποψή μου, αδικεί το ίδιο το μνημείο και απογοητεύει ακόμη και πολλούς από εκείνους που πίστευαν ότι η απομάκρυνση μέρους της βλάστησης θα βοηθούσε στην ανάδειξη των τειχών.
Το κάστρο δεν ήταν απροστάτευτο
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι κατά την υλοποίηση του έργου «Συνολική Ανάδειξη του Κάστρου Ναυπάκτου», την περίοδο 2005–2008, δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης.
Το έργο περιλάμβανε και ένα ολοκληρωμένο σύστημα πυροπροστασίας:
εγκαταστάθηκε πλήρες δίκτυο πυρόσβεσης στις τρεις πρώτες ζώνες του κάστρου,
δημιουργήθηκαν πυροσβεστικές φωλιές από την Ακρόπολη μέχρι την κύρια είσοδο,
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η προστασία του μνημείου από τον κίνδυνο πυρκαγιάς είχε ήδη αποτελέσει βασική προτεραιότητα της προηγούμενης μεγάλης ανάδειξής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν απαιτούνται παρεμβάσεις συντήρησης της βλάστησης. Σημαίνει όμως ότι θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ισορροπημένη λύση, με επιλεκτικές απομακρύνσεις και σωστή διαχείριση του πρασίνου, χωρίς να αλλοιωθεί τόσο δραστικά η φυσιογνωμία του χώρου.
Η πραγματική πρόκληση σήμερα είναι η προσβασιμότητα
Ίσως όμως το σημαντικότερο ζήτημα να μην είναι πλέον τα δέντρα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να αποκτήσει το Κάστρο της Ναυπάκτου ουσιαστική και ασφαλή πρόσβαση για όλους τους πολίτες.
Άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδιά και επισκέπτες με κινητικές δυσκολίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην πρόσβαση προς τα ανώτερα διαζώματα του κάστρου.
Άλλωστε, η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε δημόσια ακόμη και από την ίδια την Υπουργό Πολιτισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, κατά τα εγκαίνια των αιθουσών του Μουσείου Βυζαντινών Εκθεμάτων στην Ακρόπολη του κάστρου.
Αυτό θα έπρεπε σήμερα να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Χρειάζεται συνολική κυκλοφοριακή λύση
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η προτεινόμενη λύση της λωρίδας επιβράδυνσης στον περιφερειακό δρόμο, με σύνδεση προς τον δασικό δρόμο του πρώτου διαζώματος.
Η θέση της προβλεπόμενης εισόδου βρίσκεται επάνω σε έντονη στροφή της περιμετρικής οδού, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την οδική ασφάλεια και τη λειτουργικότητα της παρέμβασης.
Ίσως θα άξιζε να εξεταστεί μια διαφορετική τεχνική προσέγγιση, όπως η κατασκευή ενός κυκλικού κόμβου στο τμήμα της περιμετρικής που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το κάστρο, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ασφαλούς οδικής σύνδεσης προς το μνημείο.
Μια τέτοια λύση ενδεχομένως να εξυπηρετούσε καλύτερα τόσο τους επισκέπτες όσο και την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων.
Το Κάστρο αξίζει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό
Η προστασία ενός ιστορικού μνημείου δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη των τειχών του. Οφείλει να συνδυάζει την αρχαιολογική ανάδειξη, τη διατήρηση του φυσικού τοπίου, την περιβαλλοντική ισορροπία, την πυροπροστασία, την ασφάλεια και κυρίως την προσβασιμότητα για όλους.
Το Κάστρο της Ναυπάκτου δεν είναι απλώς ένα αρχαιολογικό μνημείο. Είναι το σύμβολο της πόλης, ένας ζωντανός χώρος ιστορίας, πολιτισμού και αναψυχής.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν κόπηκαν πολλά ή λίγα δέντρα. Πρέπει να αφορά το πώς θέλουμε να είναι το Κάστρο της Ναυπάκτου τα επόμενα πενήντα χρόνια: ένα μνημείο ζωντανό, προσβάσιμο, ασφαλές και αρμονικά ενταγμένο στο φυσικό του περιβάλλον.
Η ιστορία και η φύση δεν είναι αντίπαλοι. Στη Ναύπακτο μπορούν —και πρέπει— να συνυπάρχουν.