Αν έχουμε κάνει έρευνα αγοράς για κάποιον αξιόλογο νέο φορτιστή κινητού, θα έχουμε προσέξει ότι στη συσκευασία κυριαρχεί ένα γράμμα: Το «W». Είτε πρόκειται για έναν μικρό φορτιστή 20W είτε για έναν ισχυρό των 100W για laptop, τα watts έχουν καθιερωθεί ως ο κοινός τρόπος να περιγράφουμε πόσο «δυνατός» είναι ένας φορτιστής. Ο λόγος που η βιομηχανία κατέληξε σε αυτή τη μονάδα δεν είναι τυχαίος, αλλά έχει να κάνει με απλή φυσική.
Από τα volt και τα amper στα watts
Στις πρώτες γενιές smartphones, οι φορτιστές περιγράφονταν ξεχωριστά με βάση την τάση (volt) και το ρεύμα (amper). Ένας τυπικός παλιός φορτιστής USB έδινε, για παράδειγμα, 5 volt στο 1 amper. Καθώς όμως οι μπαταρίες μεγάλωναν και οι χρήστες ζητούσαν πιο γρήγορη φόρτιση, το να έχουμε στο μυαλό μας δύο ξεχωριστούς αριθμούς έγινε αρκετά μπερδεμένο. Το watt επικράτησε επειδή είναι άμεση μέτρηση ισχύος, χωρίς να χρειάζεται να κάνουμε πολλαπλασιασμό στο κεφάλι μας, κατά την αγορά ενός φορτιστή!
Η απλή φυσική πίσω από τα watts
Ο τύπος είναι απλός: Watt ισούται με Volt επί Amper (W = V × A). Μια εύκολη εικόνα για να το καταλάβουμε, είναι να σκεφτούμε το ρεύμα σαν νερό μέσα σε σωλήνα. Η τάση είναι η πίεση με την οποία σπρώχνεται το νερό, ενώ το ρεύμα είναι ο όγκος του νερού που περνάει τη δεδομένη στιγμή. Αν ξέρουμε μόνο την πίεση, δεν ξέρουμε πόσο νερό γεμίζει τον κουβά μας. Χρειαζόμαστε και τα δύο μαζί. Τα watts είναι ακριβώς αυτό: Η συνολική ροή ενέργειας σε έναν ενιαίο, κατανοητό αριθμό. Καθώς οι σύγχρονοι φορτιστές προσαρμόζουν έξυπνα τάση και ρεύμα σε πραγματικό χρόνο για μέγιστη απόδοση, η αναγραφή ενός μοναδικού αριθμού watt έγινε ο πιο βολικός τρόπος να δηλωθεί η πραγματική δυνατότητα ενός φορτιστή.
Γιατί ένας «γρήγορος» φορτιστής μπορεί να φορτίζει αργά
Αν αποφασίσουμε να αγοράσουμε τον πιο ισχυρό φορτιστή που θα βρούμε, δεν θα έχουμε κατ’ ανάγκη και τη μέγιστη ταχύτητα φόρτισης. Ένας φορτιστής 120W δεν σημαίνει ότι το κινητό μας θα φορτίσει πράγματι στα 120W. Η φόρτιση δεν είναι μονόδρομος όπου η πρίζα απλώς «σπρώχνει» ρεύμα μέσα στη συσκευή. Το τηλέφωνο, ο φορτιστής και το καλώδιο επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους μέσω έξυπνων πρωτοκόλλων και η συσκευή είναι αυτή που τελικά αποφασίζει τη μέγιστη ισχύ που μπορεί να δεχτεί με ασφάλεια.
Το standard καλώδιο USB-C είναι πιστοποιημένο για έως 60W. Για μεγαλύτερη ισχύ, τα καλώδια χρειάζονται ένα μικροσκοπικό chip e-marker, το οποίο ο φορτιστής αναζητά μόλις συνδεθεί, για να επιβεβαιώσει ότι το καλώδιο αντέχει με ασφάλεια το επιπλέον ρεύμα και τη θερμότητα που παράγεται. Αν αυτό το chip λείπει, το σύστημα «κατεβάζει» αυτόματα την ισχύ στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Το τελικό αποτέλεσμα καθορίζεται πάντα από τον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας φορτιστή – καλωδίου – συσκευής, όσο ισχυρό κι αν είναι το ρεύμα που «υπόσχεται» ο φορτιστής στη συσκευασία του.
Συμπέρασμα
Το watt είναι απλώς ένας αριθμός στη συσκευασία, αλλά η πραγματική ταχύτητα φόρτισης εξαρτάται από τον συνδυασμό φορτιστή, καλωδίου και συσκευής και όχι μόνο από το μεγαλύτερο νούμερο που βλέπουμε στο ράφι. Πριν πληρώσουμε παραπάνω για έναν φορτιστή 100W ή 120W, αξίζει να σιγουρευτούμε ότι η συσκευή μας μπορεί πράγματι να εκμεταλλευτεί τόση ισχύ και ότι το καλώδιο που θα χρησιμοποιήσουμε θα μπορεί δεν μεταφέρει την ισχύ αυτή στο κινητό μας.
Οι πρώτες απαγορεύσεις και περιορισμοί στη χρήση των smart glasses αρχίζουν να εμφανίζονται σε διάφορες χώρες, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικότητας. Καμία χώρα δεν έχει απαγορεύσει εντελώς την τεχνολογία, ωστόσο αρκετές έχουν περιορίσει τη χρήση της σε συγκεκριμένα πλαίσια, ενώ άλλες εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα. Περιορισμούς επιβάλλουν πλέον και ιδιωτικές εταιρείες, κυρίως σε διοργανώσεις εκδηλώσεων και σε συνέδρια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα smart glasses επιτρέπονται γενικά ελεύθερα, όμως η πολιτεία της Νέας Υόρκης τα έχει απαγορεύσει σε όλα τα δικαστήριά της. Τα γυαλιά με δυνατότητα εγγραφής ενδέχεται να εκληφθούν ως απόπειρα εκφοβισμού των εμπλεκομένων σε μια υπόθεση, ενώ πολλές δικογραφίες περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, όπου μη εξουσιοδοτημένες εγγραφές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους. Πιο περιορισμένες απαγορεύσεις στα δικαστήρια έχουν εισαγάγει και άλλες πολιτείες, ανάμεσά τους η Φιλαδέλφεια, η Χαβάη και η Βόρεια Καρολίνα.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ απαγορεύει στα στελέχη της να φορούν, όταν βρίσκονται εν στολή, γυαλιά με ανακλαστικούς φακούς ή smart glasses που διαθέτουν δυνατότητες φωτογράφησης, βιντεοσκόπησης ή τεχνητής νοημοσύνης. Ο κανόνας φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με ζητήματα εμφάνισης και ομοιομορφίας της στολής, παρά με κάποια αντίθεση στην ίδια την τεχνολογία, κάτι που υποδηλώνει και η ρητή αναφορά στους ανακλαστικούς φακούς. Παράλληλα, αρκετοί συμμετέχοντες σε συνέδρια, όπως το DEF CON 34, το μεγάλο συνέδριο hacker, αποκλείστηκαν λόγω της χρήσης των Meta glasses ή παρόμοιων συσκευών. Οι διοργανωτές επισήμαναν ότι το λαμπάκι εγγραφής ορισμένων γυαλιών δεν είναι ιδιαίτερα εμφανές και ότι τα γυαλιά μπορούν να καταγράφουν άτομα εν αγνοία τους.
Παρόμοια είναι η εικόνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα δικαστήρια δεν απαγορεύουν ρητά τη χρήση τους, ωστόσο μετά από περιστατικό στο οποίο κάποιος δεχόταν υποδείξεις από το ενσωματωμένο AI των γυαλιών κατά τη διάρκεια δίκης, η χρήση τους θεωρείται πλέον ανεπιθύμητη. Καθώς ισχύουν και περιορισμοί στις εγγραφές εντός των βρετανικών δικαστηρίων, η λήψη φωτογραφιών ή βίντεο με smart glasses παραβιάζει τους κανόνες, όπως ακριβώς και με ένα κινητό ή μια κανονική κάμερα. Εταιρείες όπως η Monopoly Events έχουν απαγορεύσει τα γυαλιά με κάμερα στις εκδηλώσεις που διοργανώνουν, έπειτα από καταγγελίες για κρυφές εγγραφές, ενώ έχει κατατεθεί και αίτηση προς την κυβέρνηση για απαγόρευση της πώλησης και της προώθησής τους στη χώρα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει έκθεση για τα smart glasses, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες. Παράλληλα με τη συζήτηση για γενικότερους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, ορισμένα κράτη μέλη λαμβάνουν ήδη τις δικές τους αποφάσεις. Η αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων της Γερμανίας προειδοποίησε ότι τα γυαλιά με κάμερα ενδέχεται να απαγορευτούν βάσει υφιστάμενων νόμων για τις κρυφές συσκευές εγγραφής που είναι ενσωματωμένες σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Στην Ολλανδία, ακτιβιστές για τα ψηφιακά δικαιώματα έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τη δυνατότητα καταγραφής ανθρώπων εν αγνοία τους, ενώ η γαλλική ρυθμιστική αρχή CNIL έχει επισημάνει τους κινδύνους που θέτουν για την ιδιωτικότητα.
Στη Νότια Κορέα εφαρμόζεται ένα διαφορετικό είδος απαγόρευσης: Η χώρα έχει απαγορεύσει ρητά τα smart glasses στις αίθουσες εξετάσεων, έπειτα από περιστατικά όπου μαθητές πιάστηκαν να επιχειρούν να αντιγράψουν με αυτά. Οι έξυπνες συσκευές απαγορεύονται ούτως ή άλλως στις εξετάσεις των περισσότερων σχολείων παγκοσμίως, ωστόσο, δεδομένης της σημασίας της Εθνικής Εξέτασης Πανεπιστημιακής Ικανότητας (College Scholastic Ability Test), η ρητή αναφορά αίρει κάθε αμφιβολία για το αν επιτρέπεται καν η είσοδος τέτοιων γυαλιών στην αίθουσα.
Οι απαγορεύσεις παραμένουν προς το παρόν λίγες, κάτι που ενδέχεται να αλλάξει αν δεν υπάρξουν εξελίξεις σε επίπεδο σχεδιασμού των έξυπνων γυαλιών. Η βασική ανησυχία αφορά την ιδιωτικότητα όσων βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της κάμερας, ιδίως όταν δεν γνωρίζουν ότι καταγράφονται. Μια πιθανή λύση, σύμφωνα με το Techradar, θα ήταν να γίνεται πολύ πιο εμφανές πότε τα γυαλιά καταγράφουν, με πιο έντονα λαμπάκια, δυνατό ήχο κλείστρου στη φωτογράφιση ή ηχητική ένδειξη κατά την εγγραφή βίντεο. Οι χρήστες, από την πλευρά τους, ζητούν μεγαλύτερο έλεγχο στα δεδομένα που μπορούν να προσπελάσουν οι κατασκευαστές, αλλά και περισσότερη διαφάνεια σχετικά με το ποιες εικόνες και βίντεο κοινοποιούνται ή μπορούν να καταστούν προσβάσιμα σε τρίτους.
Ένα νέο καινοτόμο σύστημα πλοήγησης που καταργεί την ανάγκη χρήσης δορυφόρων κάνει το ντεμπούτο του, προσφέροντας αυξημένη ακρίβεια σε σχέση με τα παραδοσιακά συστήματα.
Το νέο σύστημα Ironstone Opal της Αυστραλιανής Q-CTRL αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα στον γεωεντοπισμό, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένους αισθητήρες, όπως τα μαγνητόμετρα, τα οποία διαβάζουν ακόμη και τις πιο αμελητέες μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο μιας συγκεκριμένης περιοχής.
Εάν τελικά επαληθευτούν οι προσδοκίες της εταιρείας, τότε πιθανότατα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική αλλαγή καθώς το σύστημα υπόσχεται έως και 50 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από το συμβατικό GPS.
Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη μοναδική μαγνητική «υπογραφή» κάθε περιοχής, δημιουργώντας έναν «ψηφιακό χάρτη» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πλοήγηση, ακόμη και σε σημεία όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε δορυφορικό σήμα.
Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης παίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του Ironstone Opal. Επεξεργάζεται τα μαγνητικά δεδομένα ανά πάσα στιγμή, φιλτράρει τις παρεμβολές, ακόμη και αυτές που προέρχονται από το ίδιο το όχημα, και ρυθμίζει αυτόματα τις παραμέτρους λειτουργίας ώστε να προσφέρει κορυφαία ακρίβεια.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας προσφέρει στο Ironstone Opal «ανοσία» στις παρεμβολές, πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα συμβατικά GPS.
Έπειτα από τις πρώτες δοκιμές του συστήματος, παρατηρήθηκαν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Κατ΄ αρχάς παρατηρήθηκε μέγιστη απόκλιση μόλις 22 μέτρων σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων.
Επίσης παρουσίασε 11 φορές μεγαλύτερη ακρίβεια από τα συστήματα που χρησιμοποιούν αισθητήρες κίνησης, ενώ τα σφάλματα θέσης μειώθηκαν έως και 7 φορές σε σύγκριση με αντίστοιχες τεχνολογίες.
Το Ironstone Opal έχει σχεδιαστεί κυρίως για χρήση σε τοποθεσίες όπου η πλοήγηση με GPS είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως σε αστικά κέντρα με ψηλά κτήρια που μπλοκάρουν τα σήματα, σε αυτόνομα οχήματα, ή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χωρίς δορυφορική κάλυψη.
Το βασικό μειονέκτημα προς το παρόν είναι ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος εξαρτάται από λεπτομερείς μαγνητικούς χάρτες της εκάστοτε περιοχής οι οποίοι προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμοι σε ευρεία κλίμακα. Έτσι, προς το παρόν, το Ironstone Opal μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά με το υπάρχον GPS και όχι ως αντικαταστάτης του.
Ωστόσο, εφόσον ξεπεραστεί αυτός ο περιορισμός, η απεξάρτηση από δορυφόρους ίσως γίνει πραγματικότητα, με τεράστιες επιπτώσεις στην αυτοκίνηση και την καθημερινή πλοήγηση των χρηστών.
Μήπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) δεν είναι τελικά όσο έξυπνη νομίζουμε; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Ο διάσημος γαλλοαμερικανός επιστήμονας Yann LeCun απαντά.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη διανύει μια περίοδο μετάβασης από τον ενθουσιασμό της υπόσχεσης στην ωριμότητα της εφαρμογής. Αν τα προηγούμενα χρόνια σημαδεύτηκαν από την έκρηξη της παραγωγικής ΤΝ (Generative AI) και τα γλωσσικά μοντέλα που απλώς παρήγαγαν κείμενο ή εικόνες, σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο των αυτόνομων συστημάτων.
Η μεγαλύτερη τεχνολογική εξέλιξη είναι η στροφή από τα απλά chatbots στους «πράκτορες». Αυτά είναι συστήματα που δεν απαντούν απλώς σε ερωτήσεις, αλλά μπορούν να σχεδιάσουν, να διεκπεραιώσουν μια σύνθετη εργασία, να χρησιμοποιήσουν εξωτερικά εργαλεία και να εκτελέσουν αυτοματοποιημένες διαδικασίες (π.χ. οργάνωση ταξιδιού, ανάλυση δεδομένων, διαχείριση υποδομών πληροφορικής) με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση.
Η αδιαμφισβήτητη πρόοδος που έχει σημειώσει η Τεχνητή Νοημοσύνη
Τα μοντέλα πλέον επεξεργάζονται ταυτόχρονα και εγγενώς κείμενο, ήχο, εικόνα και βίντεο σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας φυσικές, προφορικές συνομιλίες χωρίς αισθητή καθυστέρηση.
Η ΤΝ μεταφέρεται από το σύννεφο (cloud) στις ίδιες τις συσκευές (σε τηλέφωνα, υπολογιστές, wearable συσκευές υγείας) για ταχύτερη επεξεργασία. Παράλληλα, ρομποτικά συστήματα με ενσωματωμένα μοντέλα AI αρχίζουν να αναλαμβάνουν πιο σύνθετες εργασίες σε αποθήκες, εργοστάσια και ιατρικές εφαρμογές.
Όμως, παρά τη θεαματική πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την πραγματική κατανόηση του κόσμου. Τα σημερινά συστήματα δεν διαθέτουν ακόμη την αντίληψη του φυσικού περιβάλλοντος που έχει ακόμη και ένα ζώο.
Ο στόχος της AMI Labs που θα αλλάξει τα δεδομένα
«Δεν διαθέτουμε ρομπότ που να κατανοούν τον φυσικό κόσμο έστω και κατά προσέγγιση τόσο καλά όσο ένας αρουραίος», λέει ο Yann LeCun, μια από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες της AI.
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας εργάστηκε για μια δεκαετία στη Meta, την εταιρεία που κατέχει το Facebook, έχοντας τη θέση του επικεφαλής στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά αποχώρησε το 2025, για να ιδρύσει την Advanced Machine Intelligence Labs, γνωστή ως AMI Labs.
Η AMI Labs δουλεύει πάνω σε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, που δεν βασίζεται στην τεχνολογία των σημερινών μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Στόχος είναι να πάει την ΤΝ πέρα από τα σημερινά συστήματα, όπως το ChatGPT, το Claude και το Gemini.
Ο LeCun πιστεύει ότι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) είναι εντυπωσιακά σε συγκεκριμένους τομείς: Κώδικας, μαθηματικά, παραγωγή κειμένου. Όμως, όπως υπογραμμίζει, αυτά τα προβλήματα είναι σε μεγάλο βαθμό «καθορισμένα» και προβλέψιμα. «Αυτά [τα LLM] ουσιαστικά απλώς συσσωρεύουν γνώση… Μπορούν να αναπαράγουν κάτι, τα εκπαιδεύεις να το αναπαράγουν, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνα. Δεν έχουν μια βαθύτερη κατανόηση», λέει.
Το παράδειγμα με το στυλό
Ο γαλλοαμερικανός επιστήμονας κρατά ένα στυλό όρθιο, στη μύτη του. «Τι θα συμβεί αν το αφήσεις», ρωτάει; Ακόμη και ένα μικρό παιδί ξέρει ότι θα πέσει, αλλά δεν έχει νόημα να προβλέψει προς ποια κατεύθυνση, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να το γνωρίζει κανείς.
Ένα κλασικό LLM, αντίθετα, θα προσπαθούσε να δώσει μια συγκεκριμένη πρόβλεψη, βασισμένη στα στατιστικά μοτίβα που έχει δει, χωρίς καμία πραγματική «αίσθηση» της φυσικής.
Η πρόβλεψη θα ήταν σχεδόν λανθασμένη, διότι το σύστημα δεν αναλύει τη φυσική πραγματικότητα της κατάστασης, απλώς παράγει αυτό που φαίνεται στατιστικά εύλογο.
Ο LeCun αναφέρει ότι το σύστημα που αναπτύσσει η εταιρεία του, το οποίο ονομάζεται Joint Embedding Predictive Architecture (JEPA), έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει προβλήματα όπως αυτό. Σε ένα παράδειγμα όπως αυτό με το στυλό, ένα τέτοιο σύστημα δεν θα προσπαθούσε να προβλέψει την ακριβή κατεύθυνση της πτώσης, γιατί θα «καταλάβαινε» ότι αυτό είναι ουσιαστικά τυχαίο και άνευ σημασίας.