Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα παράδοξο. Παρότι δεν ανήκει στα κράτη με τον χαμηλότερο ετήσιο υδρολογικό κύκλο, εμφανίζει περιοχές με εξαιρετικά υψηλό υδατικό στρες. Αυτό οφείλεται στην άνιση κατανομή των βροχοπτώσεων, στη γεωγραφική ασυμμετρία ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση του νερού, στην υπεράντληση των υπόγειων υδροφορέων, στις υψηλές απώλειες των δικτύων και στην απουσία ολοκληρωμένης διαχείρισης ανά λεκάνη απορροής.
Τοπική Αυτοδιοίκηση: Στην πρώτη γραμμή, χωρίς πυξίδα
Οι Δήμοι αποτελούν το βασικότερο σημείο επαφής των πολιτών με το πρόβλημα της λειψυδρίας. Ωστόσο, η διαχειριστική και τεχνική τους επάρκεια ποικίλλει δραματικά.
Δήμοι στερούνται ακόμη και βασικής τεχνικής τεκμηρίωσης για να ενταχθούν σε προγράμματα. Οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης (ΔΕΥΑ) αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας και της περιορισμένης κρατικής επιχορήγησης.
Πολλοί Δήμοι έχουν ξεκινήσει ενημερωτικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης, ωστόσο παραμένει ζητούμενο ο σχεδιασμός ολοκληρωμένων Σχεδίων Διαχείρισης Νερού.
Χρηματοδοτικά Εργαλεία:
“Αντώνης Τρίτσης”: Περιλαμβάνει άξονες για δίκτυα ύδρευσης, διαχείριση αποθεμάτων και τεχνολογική αναβάθμιση των ΔΕΥΑ.
RRF – Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας: Χρηματοδοτεί αφαλατώσεις, ανακύκλωση νερού και «έξυπνες» υποδομές.
ΕΣΠΑ 2021–2027: Εντάσσει έργα σε περιφερειακό και τομεακό επίπεδο που σχετίζονται με τη βιώσιμη διαχείριση υδάτων.
Συμπεράσματα: Ώρα για αλλαγές
Η λειψυδρία δεν είναι πλέον ένα φυσικό φαινόμενο που αφορά μόνο τους γεωπόνους ή τις ΔΕΥΑ. Είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί:
Εθνικό σχέδιο διαχείρισης με βάση τις λεκάνες απορροής
Θεσμική ενίσχυση των ΔΕΥΑ και τεχνική υποστήριξη των μικρών Δήμων
Διαδημοτικές συνεργασίες και συμμετοχή των πολιτών στη χάραξη τοπικών πολιτικών για το νερό
Επένδυση σε καινοτομία, ψηφιακή παρακολούθηση και πράσινη τεχνολογία
Η πρόσβαση σε καθαρό και επαρκές νερό είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Οι ΟΤΑ, το ΥΠΕΝ και η ΕΕ έχουν πλέον την υποχρέωση να το διασφαλίσουν, όχι μόνο για τις παρούσες, αλλά και για τις επόμενες γενιές.
Το νερό είναι ζωή – και η διαχείρισή του είναι καθρέφτης της πολιτικής μας ωριμότητας και της κοινωνικής μας υπευθυνότητας.
# Στην 19η θέση παγκοσμίως ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης λειψυδρίας βρίσκεται η χώρα μας, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής κυρίως, η οποία έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς (μείωση βροχοπτώσεων) όσο και σε εκείνη της ζήτησης (αύξηση της κατανάλωσης για άρδευση και γενικές χρήσεις).
Ξεκίνησαν και συνεχίζονται, με καταληκτική ημερομηνία την 30η Ιουνίου 2026, οι εγγραφές στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπάκτου – ΣΔΕ, για το σχολικό έτος 2026-2027.
Το σχολείο βρίσκεται και λειτουργεί στις εγκαταστάσεις του 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου (1οςόροφος) στην οδό Νίκου Τσάρα 9, Ναύπακτος.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο που εισάγεται μέσω του Προεδρικού Διατάγματος 194/2025 και του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, ανατρέπονται θεμελιωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας, παγώνουν επενδύσεις και οδηγείται σε πλήρη αβεβαιότητα η οικοδομική δραστηριότητα σε μικρούς οικισμούς.
Παράλληλα, μπαίνει θέμα συνταγματικότητας και αναλογικότητας, καθώς εφαρμόζονται οριζόντιες ρυθμίσεις χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρών περιοχών. Τα παραπάνω αναφέρθηκαν στις τοποθετήσεις των αιρετών στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας –ΚΕΔΕ.
Επισημάνθηκε το μέγεθος του προβλήματος, καθώς χιλιάδες ακίνητα, τα οποία επί δεκαετίες θεωρούνταν άρτια και οικοδομήσιμα, φορολογήθηκαν ως οικόπεδα και εντάχθηκαν σε δημόσια έργα και δίκτυα, πλέον μετατρέπονται σε μη οικοδομήσιμα αγροτεμάχια. «Πρόκειται για μια αιφνίδια ανατροπή ενός καθεστώτος 40 ετών», τόνισαν χαρακτηριστικά οι δήμαρχοι, υπογραμμίζοντας ότι δεν προβλέφθηκαν μεταβατικές διατάξεις ή αντισταθμιστικά μέτρα.
Να σημειωθεί πως υπάρχει απόφαση του ΔΣ της ΚΕΔΕ της 26ης Φεβρουαρίου, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις:
► διατήρηση των ορίων στους μικρούς οικισμούς κάτω των 700 κατοίκων,
► ευελιξία στους όρους δόμησης για οικισμούς έως 2.000 κατοίκους,
► του ρόλου των δημοτικών συμβουλίων στον καθορισμό αρτιότητας,
► επιτάχυνση καταγραφής του οδικού δικτύου,
► και εξασφάλιση επαρκούς χρόνου για διαβούλευση στα ΤΠΣ.
Έντονο προβληματισμό εκφράζει η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας – ΚΕΔΕ για τις προωθούμενες αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησης και χρηματοδότησης, των Κοινωνικών Δομών των Δήμων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αστάθειας σε αυτές.
Τονίζεται ότι οι πάγιες ανάγκες των Δήμων δεν μπορούν να καλύπτονται με επισφαλείς μορφές εργασίας, ενώ αναδεικνύεται και ο κίνδυνος απώλειας έμπειρου προσωπικού.
Η ΚΕΔΕ ζητά διασφάλιση της συνέχισης λειτουργίας με το υφιστάμενο προσωπικό και ένα σταθερό, βιώσιμο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων, καλώντας παράλληλα την Πολιτεία σε ουσιαστική ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ακολουθεί το σχετικό ψήφισμα:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ εκφράζει την αντίθεσή του στο σχέδιο που κυκλοφόρησε η Κυβέρνηση, με το οποίο αλλάζει το χρονικό διάστημα απασχόλησης και ο τρόπος πληρωμής των μη μόνιμων εργαζομένων στις κοινωνικοπρονοιακές δομές των Δήμων.
Η προτεινόμενη διάταξη του ΥΠΕΣ:
Αποτελεί ευθεία απειλή για τη δημοσιονομική και λειτουργική σταθερότητα των κοινωνικών δομών, καθώς μετατρέπει μια μόνιμη ανάγκη σε “εποχική απασχόληση”.
Αντιμετωπίζει την προσχολική αγωγή ως εποχικό έργο (τύπου δασοπυρόσβεσης). Αν εφαρμοστεί, οι Δήμοι θα βρεθούν με κενές θέσεις στη μέση της σχολικής χρονιάς και με χιλιάδες έμπειρους εργαζόμενους στην ανεργία.
Η επιβολή νέου συστήματος πρόσληψης (μέσω ΕΕΤΑΑ/ΑΣΕΠ) αγνοεί την 10ετή εμπειρία του υφιστάμενου προσωπικού. Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου θα υποβαθμίσει τις υπηρεσίες και θα προκαλέσει σωρεία δικαστικών προσφυγών.
Η ΚΕΔΕ δηλώνει την αμέριστη υποστήριξή της στον αγώνα των εργαζομένων και ζητά να διασφαλιστεί η μονιμοποίησή τους.
Επιπλέον, ζητάμε για μια ακόμη φορά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4915/2022 στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 102 του Συντάγματος (διοικητική- οικονομική αυτοτέλεια δήμων).
Εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στα σχέδιά της, η ΚΕΔΕ θα προχωρήσει σε κινητοποιήσεις για τη ματαίωσή τους, την συνέχιση της ομαλής λειτουργίας των δομών των Δήμων και την προστασία της απασχόλησης των εργαζομένων σε αυτούς.
Ο δημόσιος χαρακτήρας των κοινωνικών υπηρεσιών των Δήμων είναι αδιαπραγμάτευτος».