Η λειψυδρία στην Ελλάδα δεν οφείλεται μόνο στην κλιματική αλλαγή αλλά είναι ένα πρόβλημα πολλών παραγόντων, το οποίο επιδεινώνεται και από χρόνια παθογένεια στη διαχείριση των υδάτων.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σήμερα λειτουργούν πάνω από 700 εταιρείες ύδρευσης – ΔΕΥΑ, οι περισσότερες μικρές, δημοτικές και υποστελεχωμένες. Ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων και η απουσία ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδιασμού καθιστούν αδύνατο τον αποτελεσματικό συντονισμό και τη μακροπρόθεσμη πρόληψη.
Ακόμα, πολλά από τα δίκτυα ύδρευσης έχουν σημαντικές απώλειες, με τις διαρροές να ξεπερνούν το 50% σε ορισμένες περιοχές, ενώ η αγροτική άρδευση συχνά γίνεται με ξεπερασμένες μεθόδους.
Ο Εθνικός σχεδιασμός
Ως απάντηση στην ολοένα και μεγαλύτερη απειλή, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει ριζικά το μοντέλο διαχείρισης του νερού. Στην παρουσίαση του νέου εθνικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, τέθηκε ως στόχος όχι απλώς η επιβίωση μέσα στην κρίση, αλλά η δημιουργία ενός ανθεκτικού και αποδοτικού συστήματος για τις επόμενες δεκαετίες.
Στην καρδιά του σχεδιασμού βρίσκεται η συγχώνευση των εκατοντάδων μικρών φορέων σε τρεις ενιαίες εταιρείες. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ, που εξυπηρετούν ήδη την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη αντίστοιχα, θα επεκτείνουν το πεδίο ευθύνης τους, ενώ μια τρίτη κρατική εταιρεία θα αναλάβει την υπόλοιπη επικράτεια.
Ο στόχος της συγκεκριμένης κίνησης είναι βιώσιμες, λειτουργικές και υπόλογες δομές, με καλύτερη διαχείριση, σύγχρονα εργαλεία και περισσότερη διαφάνεια.
Η ενοποίηση δεν είναι μόνο διοικητική. Συνοδεύεται από αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των εταιρειών με ευελιξία στις προσλήψεις, προσέλκυση στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα και χρήση αποδοτικότερων πρακτικών στη διαχείριση έργων.
Η μετάβαση σε αυτό το νέο πλαίσιο θα επιδιώξει να βελτιώσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιοποίηση των πόρων.
Ο εθνικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται στη διοικητική ενοποίηση. Περιλαμβάνει και ένα νέο ταμείο για τη χρηματοδότηση κρίσιμων υποδομών, από νέα φράγματα μέχρι μονάδες αφαλάτωσης.



