Στην καθημερινή κουβέντα, είτε στο καφενείο είτε στο γραφείο, ένα κοινό μοτίβο επαναλαμβάνεται: «Τα βγάζω πέρα όλο και πιο δύσκολα». Κάποιοι ίσως βιαστούν να το αποδώσουν στην παραδοσιακή «ελληνική γκρίνια». Όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια αυτή πατά σε στέρεο έδαφος.
Η πίεση του πληθωρισμού
Τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός έχει μετατραπεί από μια προσωρινή ανωμαλία σε μόνιμο «συνοδοιπόρο» της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη και όταν ο επίσημος δείκτης τιμών μετριάζεται, η σωρευτική αύξηση των τιμών στα βασικά αγαθά – τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια – παραμένει. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή διάβρωση της αγοραστικής δύναμης, με τα νοικοκυριά να πληρώνουν όλο και περισσότερα για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες.
Η κρυφή παγίδα της φορολογίας
Στην εξίσωση προστίθεται και ένας πιο «σιωπηλός» μηχανισμός: η μη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων. Οι βαθμίδες εισοδήματος – 10.000, 20.000, 30.000, 40.000 ευρώ – παραμένουν σταθερές, παρότι ο πληθωρισμός έχει αυξήσει σημαντικά το ονομαστικό εισόδημα πολλών εργαζομένων. Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι μετακινούνται σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες ή μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους φορολογείται με υψηλότερο συντελεστή. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό διεθνώς ως fiscal drag, λειτουργεί σαν αόρατη αύξηση φόρων χωρίς αλλαγή νομοθεσίας.
Η αντίφαση: Πληρώνουμε περισσότερα, παίρνουμε λιγότερα
Η φορολογία μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη όταν επιστρέφει στον πολίτη με τη μορφή ποιοτικών δημόσιων αγαθών: επαρκές σύστημα υγείας, αναβαθμισμένη εκπαίδευση, σύγχρονες μεταφορές, αξιόπιστες υποδομές. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, η εικόνα συχνά διαψεύδει αυτή την προσδοκία. Η υποστελέχωση στο ΕΣΥ, η αύξηση των συμμετοχών στα φάρμακα, η ανάγκη για φροντιστήρια και οι δαπάνες για σπουδές σε άλλη πόλη μετατρέπουν την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες σε προσωπικό οικονομικό βάρος.
Το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής
Η σύγκρουση ανάμεσα σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση και χαμηλή ανταποδοτικότητα δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κράτους. Η αίσθηση αδικίας εντείνεται, η κοινωνική συνοχή φθείρεται και η «γκρίνια» μετατρέπεται σε τεκμηριωμένη διαμαρτυρία.
Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί πολιτική βούληση, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μια νέα κοινωνική συμφωνία.



