Η αντίληψη που φαίνεται να διακρίνει μια σημαντική μερίδα του πολιτικού κόσμου, είναι ότι ο χώρος της πολιτικής γι’ αυτούς είναι ένας τόπος ευχάριστου περιπάτου και επίσης η επίλυση μάλλον των προσωπικών και οικογενειακών τους προβλημάτων, παρά η αντιμετώπιση και η επίλυση γενικότερων προβλημάτων και καταστάσεων. Ακόμα φαίνεται να μην τους απασχολεί αν, ως άτομα, διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες για να αντιμετωπίσουν τη «στραβή» που μπορεί να τους συμβεί, κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Συνήθως όμως έχουν το απαραίτητο θράσος να δικαιολογούν τον εαυτό τους για τα πάντα και ακόμα έχουν το «προσόν» της πλήρους έλλειψης πολιτικής ευαισθησίας, που σημαίνει την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, που έχει, κατά κανόνα, ως συνέπεια την παραίτηση. Έτσι, ας μου επιτραπεί να επαναφέρω μέρος της επιστολής μου που δημοσιεύθηκε στην «Κ» της 14.6.2014, μετά τον εκλογικό θρίαμβο της νυν κ. περιφερειάρχου Αττικής.
Έγραφα: «Για άλλη μια φορά η κραυγαλέα συνθηματολογία και οι βαρύγδουπες εκφράσεις κυριάρχησαν –μαζί με την πάντοτε παρούσα πόλωση– κατά την προεκλογική περίοδο, με πάντοτε απόντα τον ουσιαστικό διάλογο για τα προβλήματα της Περιφέρειας της Αττικής. Έτσι, ευειδής υποψήφια μας παρότρυνε να την ψηφίσουμε «για να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας!». Αλήθεια, μπορεί η ήδη εκλεγείσα περιφερειάρχης να μας εξηγήσει τι ακριβώς σημαίνει αυτό;».
Να υποθέσω – και παρακαλώ να μην θεωρηθεί ότι το πράττω με χαιρεκακία – ότι οι δεκάδες νεκροί της Μάνδρας και η εκατόμβη των θυμάτων της πυρκαγιάς της 23/7/2018 στο Μάτι, με την εκλογή της κυρίας Περιφερειάρχου “πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους”;
Η παραίτηση του Βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη από το αξίωμα του υφυπουργού, συζητήθηκε ευρύτατα.
Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναδείχτηκε και σαν αδυναμία τον των εκάστοτε κυβερνήσεων, να προασπίζουν σημαντικές αρχές.
Αρχές στις οποίες υποσχέθηκαν να κάνουν σημαία τους, όταν έρθουν στην εξουσία.
Γι’ αυτό οι λόγοι που ώθησαν σε παραίτηση των υφυπουργό, δεν ήταν απλό θέμα της Αντιπολίτευσης η οποία έφερε στην επικαιρότητα τα στοιχεία.
Η μεγάλη δυσφορία φάνηκε στην ελληνική οικογένεια.
Σ’ αυτή που πασχίζει καθημερινά να μορφώσει τα παιδιά της.
Θεωρήθηκε μία απίστευτη κοροϊδία για την ίδια. Αλλά και για το μακροχρόνιο συνεχή αγώνα των δικών της παιδιών.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικογένεια επιδίδεται σ’ έναν αγώνα για ευρύτερες σπουδές των παιδιών της.
Στα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκούσε το ΑπολυτήριοΛυκείου για την κατάληψη ευνοϊκής θέσης στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό τομέα.
Με το πέρασμα των χρόνων, το απολυτήριο δεν ήταν αρκετό.
Ζητήθηκε πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ.
Στις αρχές του αιώνα που διανύεται, όλο και περισσότεροι στράφηκαν στις μεταπτυχιακές σπουδές ή στο δεύτερο ή τρίτο πτυχίο.
Η καθημερινότητα διδάσκει ότι γύρω μας κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι αυτομορφώθηκαν χωρίς να διέλθουν την πύλη Πανεπιστημιακής Σχολής.
Έτσι ξεχώρισαν ως πολιτικοί άνθρωποι με μέτριες σπουδές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για την κατάληψη μία σημαντικής θέσης, παύει να ισχύει προϋπόθεση ενός συγκεκριμένου πτυχίου.
Η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε πολιτικά γιατί πρόβαλε ένα όραμα.
Να οδηγήσει την Ελλάδα στην οδό της σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Ανάμεσα στα άλλα κατέκρινε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναξιοκρατία που κυριαρχούσε.
Υποσχόταν θεαματικές αλλαγές στην επιλογή των προσώπων διοίκησης του κράτους.
Κατάρτισε μάλιστα μία λίστα εκατοντάδων προσοντούχων ώστε να στελεχωθεί η δημόσια διοίκηση από κατάλληλους και ικανούς υπαλλήλους.
Ο παραιτηθείς υφυπουργός έκανε την υπέρβαση.
Χρησιμοποίησε για το διορισμό του κάποιο δικαιολογητικό που δεν ανταποκρινόταν στις σαφείς οδηγίες πρόσληψης.
Το γεγονός καταγγέλθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση.
Προηγήθηκε της παραίτησης μία ατυχής μακρά συζήτηση με σκοπό τον απόπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Ειπώθηκε δηλαδή ότι για την εκλογή του βουλευτή δεν απαιτούνται πτυχία.
Η επίμαχη όμως καταγγελία αναφερόταν στο ψεύδος του συγκεκριμένου βουλευτή.
Όλη αυτή η υπόθεση έφερε στην επικαιρότητα τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Μία κατηγορία υπαλλήλων που σε κάθε μία κυβέρνηση, αυξάνονται κατά τριάντα ή σαράντα τοις εκατό.
Διάβασα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, προτίθεται να προτείνει την αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά τριακόσιους, όσοι και οι βουλευτές.
Η περίπτωση του υφυπουργού, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την καθιέρωση κάποιων προσόντων στους μετακλητούς υπαλλήλους για το καλό της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και την επιβράβευση όσων κοπιάσουν στα γράμματα.