Επιστολή διαμαρτυρίας απέστειλε η ΓΣΕΒΕΕ προς τα Υπουργεία Εθν. Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που αφορά συμπληρωματικούς λογαριασμούς ενέργειας που καλούνται να πληρώσουν τα μέλη της .
Πιο συγκεκριμένα, η επιστολή της Γενικής Συνομοσπονδίας αφορά πρόσφατες καταγγελίες από επιχειρήσεις – μέλη της ΓΣΕΒΕΕ σχετικά με, χωρίς αιτιολογία από τους πάροχους, επιπρόσθετες υπέρογκες χρεώσεις στους λογαριασμούς ενέργειας, οι οποίες και δεν δικαιολογούνται από τα υφιστάμενα τιμολόγια.
Η συγκεκριμένη επιστολή διαμαρτυρίας είχε αποδέκτες τρία Υπουργεία και συγκεκριμένα τους κ.κ. Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωνσταντίνο Χατζηδάκη, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θεόδωρο Σκυλακάκη και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κωνσταντίνο Τσιάρα.
Οι συμπληρωματικοί αυτοί λογαριασμοί ενέργειας, φαίνεται να έχουν στηριχθεί σε μία υπουργική απόφαση, η οποία και εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2024, μία ημέρα μετά τις Ευρωεκλογές, και με την οποία δίνεται στους πάροχους ενέργειας η δυνατότητα να ζητήσουν πίσω ποσά που αντιστοιχούσαν σε επιδοτήσεις που δόθηκαν από τον Φεβρουάριο του 2022 έως και τον Δεκέμβριο του 2023 και είχαν σκοπό να μειώσουν το τελικό πληρωτέο ποσό ανά λογαριασμό, σε μία περίοδο που το ύψος των λογαριασμών ενέργειας «γονάτιζε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το ύψος εκείνης της επιδότησης έφτανε τα 800 εκατομμύρια ευρώ και δόθηκε μέσω του Εθνικού Προγράμματος Στήριξης, χωρίς όμως, όπως φαίνεται, τη σχετική έγκριση από την Ε.Ε.
Το εξοργιστικό και παράδοξο είναι πως ενώ η Κυβέρνηση γνώριζε το πρόβλημα, δεν φρόντισε να καλύψει το ποσό αυτό από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει αυξημένα έσοδα ή μέσω των παρόχων που παρουσιάζουν υπερκέρδη ή με κάποιο συνδυασμό αυτών των πηγών, αλλά έρχεται πλέον με «πονηρό» και ανάλγητο τρόπο να το εισπράξει από τις επιχειρήσεις, οι οποίες, ιδίως οι μικρές και πολύ μικρές, αντιμετωπίζουν σειρά προβλημάτων, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη ρευστότητας.
Η Γενική Συνομοσπονδία, καταδικάζει απερίφραστα το χαράτσι που θα κληθούν να καταβάλουν περισσότερες από ένα εκατομμύριο επιχειρήσεις και καλεί τα αρμόδια Υπουργεία να ανακαλέσουν άμεσα.
Ξεκίνησαν και συνεχίζονται, με καταληκτική ημερομηνία την 30η Ιουνίου 2026, οι εγγραφές στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπάκτου – ΣΔΕ, για το σχολικό έτος 2026-2027.
Το σχολείο βρίσκεται και λειτουργεί στις εγκαταστάσεις του 2ου Γυμνασίου Ναυπάκτου (1οςόροφος) στην οδό Νίκου Τσάρα 9, Ναύπακτος.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο που εισάγεται μέσω του Προεδρικού Διατάγματος 194/2025 και του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού για τους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, ανατρέπονται θεμελιωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας, παγώνουν επενδύσεις και οδηγείται σε πλήρη αβεβαιότητα η οικοδομική δραστηριότητα σε μικρούς οικισμούς.
Παράλληλα, μπαίνει θέμα συνταγματικότητας και αναλογικότητας, καθώς εφαρμόζονται οριζόντιες ρυθμίσεις χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρών περιοχών. Τα παραπάνω αναφέρθηκαν στις τοποθετήσεις των αιρετών στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας –ΚΕΔΕ.
Επισημάνθηκε το μέγεθος του προβλήματος, καθώς χιλιάδες ακίνητα, τα οποία επί δεκαετίες θεωρούνταν άρτια και οικοδομήσιμα, φορολογήθηκαν ως οικόπεδα και εντάχθηκαν σε δημόσια έργα και δίκτυα, πλέον μετατρέπονται σε μη οικοδομήσιμα αγροτεμάχια. «Πρόκειται για μια αιφνίδια ανατροπή ενός καθεστώτος 40 ετών», τόνισαν χαρακτηριστικά οι δήμαρχοι, υπογραμμίζοντας ότι δεν προβλέφθηκαν μεταβατικές διατάξεις ή αντισταθμιστικά μέτρα.
Να σημειωθεί πως υπάρχει απόφαση του ΔΣ της ΚΕΔΕ της 26ης Φεβρουαρίου, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις:
► διατήρηση των ορίων στους μικρούς οικισμούς κάτω των 700 κατοίκων,
► ευελιξία στους όρους δόμησης για οικισμούς έως 2.000 κατοίκους,
► του ρόλου των δημοτικών συμβουλίων στον καθορισμό αρτιότητας,
► επιτάχυνση καταγραφής του οδικού δικτύου,
► και εξασφάλιση επαρκούς χρόνου για διαβούλευση στα ΤΠΣ.
Έντονο προβληματισμό εκφράζει η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας – ΚΕΔΕ για τις προωθούμενες αλλαγές στο καθεστώς απασχόλησης και χρηματοδότησης, των Κοινωνικών Δομών των Δήμων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αστάθειας σε αυτές.
Τονίζεται ότι οι πάγιες ανάγκες των Δήμων δεν μπορούν να καλύπτονται με επισφαλείς μορφές εργασίας, ενώ αναδεικνύεται και ο κίνδυνος απώλειας έμπειρου προσωπικού.
Η ΚΕΔΕ ζητά διασφάλιση της συνέχισης λειτουργίας με το υφιστάμενο προσωπικό και ένα σταθερό, βιώσιμο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων, καλώντας παράλληλα την Πολιτεία σε ουσιαστική ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ακολουθεί το σχετικό ψήφισμα:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ εκφράζει την αντίθεσή του στο σχέδιο που κυκλοφόρησε η Κυβέρνηση, με το οποίο αλλάζει το χρονικό διάστημα απασχόλησης και ο τρόπος πληρωμής των μη μόνιμων εργαζομένων στις κοινωνικοπρονοιακές δομές των Δήμων.
Η προτεινόμενη διάταξη του ΥΠΕΣ:
Αποτελεί ευθεία απειλή για τη δημοσιονομική και λειτουργική σταθερότητα των κοινωνικών δομών, καθώς μετατρέπει μια μόνιμη ανάγκη σε “εποχική απασχόληση”.
Αντιμετωπίζει την προσχολική αγωγή ως εποχικό έργο (τύπου δασοπυρόσβεσης). Αν εφαρμοστεί, οι Δήμοι θα βρεθούν με κενές θέσεις στη μέση της σχολικής χρονιάς και με χιλιάδες έμπειρους εργαζόμενους στην ανεργία.
Η επιβολή νέου συστήματος πρόσληψης (μέσω ΕΕΤΑΑ/ΑΣΕΠ) αγνοεί την 10ετή εμπειρία του υφιστάμενου προσωπικού. Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου θα υποβαθμίσει τις υπηρεσίες και θα προκαλέσει σωρεία δικαστικών προσφυγών.
Η ΚΕΔΕ δηλώνει την αμέριστη υποστήριξή της στον αγώνα των εργαζομένων και ζητά να διασφαλιστεί η μονιμοποίησή τους.
Επιπλέον, ζητάμε για μια ακόμη φορά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4915/2022 στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 102 του Συντάγματος (διοικητική- οικονομική αυτοτέλεια δήμων).
Εάν η Κυβέρνηση επιμείνει στα σχέδιά της, η ΚΕΔΕ θα προχωρήσει σε κινητοποιήσεις για τη ματαίωσή τους, την συνέχιση της ομαλής λειτουργίας των δομών των Δήμων και την προστασία της απασχόλησης των εργαζομένων σε αυτούς.
Ο δημόσιος χαρακτήρας των κοινωνικών υπηρεσιών των Δήμων είναι αδιαπραγμάτευτος».