Αντιμέτωπη με ένα από τα πιο κρίσιμα και διαχρονικά ζητήματα δημόσιας πολιτικής βρίσκεται η Ελλάδα, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη. Την γήρανση του πληθυσμού και τις αυξανόμενες ανάγκες της τρίτης ηλικίας.
Τα πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας είναι ενδεικτικά: μέχρι το 2060, το 34% των κατοίκων της χώρας θα είναι άνω των 65 ετών. Παράλληλα, ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, τα δύο τρίτα των ετών μετά τα 65 συνοδεύονται από κάποιο χρόνιο νόσημα.
Αυτό το φαινόμενο επιφέρει και το συνταξιοδοτικό πρόβλημα που σημαίνει όλο και φτωχότεροι ηλικιωμένοι, όλο και πιο μεγάλες ανάγκες δημόσιας πρόνοιας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δήμοι καλούνται να αναλάβουν έναν ολοένα και πιο απαιτητικό ρόλο. Ως φορείς με άμεση ευθύνη για τις δομές κοινωνικής μέριμνας, τα ΚΑΠΗ, τα προγράμματα πρόληψης, την πρωτοβάθμια φροντίδα στο επίπεδο της κοινότητας, την συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη και τη στήριξη των ηλικιωμένων στην καθημερινότητα, βρίσκονται στην αιχμή της προσπάθειας για μια κοινωνία που σέβεται και προστατεύει την τρίτη ηλικία.
Ραγδαία αύξηση των αναγκών
Ο ρόλος των δήμων δεν είναι πια «συμπληρωματικός», αλλά καθοριστικός. Οι ανάγκες αυξάνονται ραγδαία και οι τοπικές αρχές πρέπει να προχωρήσουν σε πιο σύγχρονα και συστηματικά μοντέλα υποστήριξης της τρίτης ηλικίας.
Οι δήμοι χρειάζεται πλέον να αναπτύξουν ή να ενισχύσουν:
δομές πρόληψης και ενίσχυσης γνωστικών λειτουργιών,
κινητές μονάδες για αξιολόγηση μνήμης και ψυχικής υγείας,
προγράμματα φυσικής άσκησης και αποκατάστασης,
υπηρεσίες φροντίδας κατ’ οίκον,
δράσεις κατά της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης,
ψηφιακές υπηρεσίες τηλεϊατρικής και απομακρυσμένης παρακολούθησης,
δικτυώσεις με επιστημονικούς και υγειονομικούς φορείς,
κέντρα ενημέρωσης και οικογενειακής υποστήριξης περιθαλπόντων.
Η γήρανση του πληθυσμού δεν είναι μελλοντικό σενάριο· είναι ήδη εδώ. Και οι δήμοι καλούνται να θωρακιστούν με πολιτικές που στηρίζονται σε στοιχεία, επιστημονική συνεργασία, χρηματοδότηση και κοινωνική ευαισθησία.
Το περίπτερο της γειτονιάς είναι είδος προς εξαφάνιση, καθώς από τα 11.000 περίπτερα του 2010, σήμερα δεν έχουν επιβιώσει ούτε τα μισά – περίπου 4.500 με 4.700, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Μισθωτών Περιπτέρων.
Τα δε ψιλικατζίδικα-παντοπωλεία (μίνι-μάρκετ) έχουν επίσης μειωθεί, σχεδόν κατά το 1/3 (από 30.000 σε 21.000). Αντιθέτως, στον πολύφερνο κλάδο της μικρής λιανικής, παίρνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας οι αλυσίδες σουπερμάρκετ.
Ασφυκτικός είναι ο κλοιός και για τα ζαχαροπλαστεία, αρτοποιεία και πρατήρια ψωμιού, καθώς η Ένωση Επιχειρήσεων Αρτοποιίας Ζαχαροπλαστικής (ΕΕΠΑΖ), που εκπροσωπεί και μεγάλες αλυσίδες, αναφέρει ότι σε 30 μήνες έχουν κλείσει πάνω από 3.000 καταστήματα του είδους.
Ζόρικη είναι η κατάσταση και για την αγορά του καφέ, όπου επίσης έχουν σημειωθεί πολύ υψηλές ανατιμήσεις. Από το 2021 οι επιχειρήσεις καφέ έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με διαδοχικές αυξήσεις στο κόστος λειτουργίας και τις πρώτες ύλες, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να μετακυλήσουν τις επιβαρύνσεις στην αγορά.
Όσο για τους καταναλωτές, αυτό που «μυρίζονται» είναι νέες αυξήσεις στη λιανική και την εστίαση, με ή χωρίς πλαφόν.
Έντονη συζήτηση, και με αποκαλύψεις μάλιστα, προκάλεσε στη συνεδρίαση της Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) το ζήτημα της ένταξης των Αναπτυξιακών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης –ΑΟΤΑ στο Μητρώο Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την ΕΛΣΤΑΤ.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναφέρθηκε από όλους σχεδόν τους ομιλητές ότι οι μελέτες που εκπονούνται μέσω των αναπτυξιακών οργανισμών συχνά κοστίζουν σημαντικά λιγότερο από τις αντίστοιχες που ανατίθενται μέσω των τυπικών διαδικασιών δημοσίων συμβάσεων. Παράλληλα, έγινε αναφορά και σε πιέσεις που φέρεται να ασκήθηκαν από εταιρείες, οι οποίες θεωρούν ότι οι αναπτυξιακοί οργανισμοί περιορίζουν την αγορά μελετών.
Η ΚΕΔΕ κατέληξε σε απόφαση με την οποία ζητά ουσιαστικά την αποκατάσταση της λειτουργίας των οργανισμών αυτών, υποστηρίζοντας ότι η ένταξή τους έγινε χωρίς διαβούλευση με την αυτοδιοίκηση και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία τους. Αποφασίστηκε όπως διαμορφωθεί απόφαση της ΚΕΔΕ που θα ζητά από την κυβέρνηση την επανεξέταση της ένταξης των Αναπτυξιακών ΟΤΑ στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και τη θεσμική αποκατάσταση του ρόλου τους.
Όπως τονίστηκε, το ζητούμενο πλέον είναι να υπάρξει σαφής πολιτική πίεση ώστε να αλλάξει η σημερινή κατάσταση και να διασφαλιστεί ότι οι αναπτυξιακοί οργανισμοί θα μπορούν να λειτουργούν σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν: την ενίσχυση της αναπτυξιακής ικανότητας των δήμων και την επιτάχυνση της υλοποίησης έργων προς όφελος των τοπικών κοινωνιών.