Αρκετός χρόνος και πολύτιμος χώρος στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, διατέθηκαν τις τελευταίες ημέρες. Σ’ ένα παιδαριώδες φεστιβάλ φαιδρότητας και αδυναμίας αξιολόγησης γεγονότων της καθημερινής ζωής. Σε μια εποχή που σημαντικά και κρίσιμα θέματα, εθνικά, οικονομικά, της καθημερινότητας, απαιτούν κοινή πορεία, επικράτησε ο διχασμός, η αντιπαράθεση. Μονοπώλησε το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η επέμβαση αστυνομικών, σε κινηματογραφική αίθουσα. Σ’ αυτή προβαλλόταν η πολυδιαφημισμένη ταινία Τζόκερ.
Δικαιολογία της εισόδου των αστυνομικών, όχι βέβαια το ενδιαφέρον τους για την ταινία αλλά η παρουσία στην αίθουσα ανήλικων ατόμων σε ώρα προβολής. Ως γνωστόν οι ταινίες χαρακτηρίζονται, με νόμους που ισχύουν από πολλών ετών σε κατάλληλες και ακατάλληλες για ανηλίκους.
Η κλιμάκωση του όρου ανήλικος ποικίλει από κράτος σε κράτος και συχνά από ταινία σε ταινία. Στην προκειμένη περίπτωση Τζόκερ, φθάνει στο δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας. Πόση υποκρισία κρύβεται πίσω από την παραδοχή προστασίας των νέων, με την απαγόρευση παρακολούθησής της.
Και μόνο το γεγονός της απαγόρευσης, θεριεύει τη σαγήνη, την έλξη, συμμετοχής στην προβολή. Τη στιγμή που υπάρχει η δυνατότητα εμφάνισης του απαγορευμένου καρπού, στην οθόνη του υπολογιστή του. Όλα αυτά σε μια νέα, σ’ ένα νέο που συμμετέχει στις εκλογικές διαδικασίες, δύναται να δημιουργεί οικογένεια, ν’ ασκεί επάγγελμα, να υπηρετεί ένστολος την Πατρίδα.
Η κριτική που ασκήθηκε για το όλο σκηνικό της επέμβασης των αστυνομικών, κάθε άλλο παρά καλοπροαίρετη μπορεί να χαρακτηρισθεί. Φαίνεται αυτή η κακότυχη κρίση που κατά κάποιο τρόπο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, επηρεάζει την κριτική των κριτικών των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Έτσι ξέφυγε η κριτική γύρω από την ταινία και επικεντρώθηκε στην επέμβαση των αστυνομικών. Σε ιλαροτραγωδία κατάληξε μια αψυχολόγητη ενέργεια κάποιων δημοσίων υπαλλήλων, θεματοφυλάκων, αλήθεια ποιων, που μάλλον παρέσυραν τους αστυνομικούς. Έτσι ξέχασαν κάποιοι τις πρόσφατες υπογραφές τους και έγιναν τιμητές, καταγέλαστοι φυσικά των πάντων.
Εάν η παρουσία των αστυνομικών ήταν διακριτική, στο τέλος της ταινίας, καμία συνέχεια των γεγονότων που επισκίασαν τον πόλεμο της Συρίας, τη συνεχή αύξηση των προσφύγων στην Ελλάδα, την απόρριψη έναρξης διαλόγου για την ένταξη της Βόρ. Μακεδονίας και της Αλβανίας στην Ενωμένη Ευρώπη.
Ίσως όμως η όλη υπόθεση να φέρει τις απαραίτητες τομές για αλλαγές.
Οι ανήλικοι, έχουν απεριόριστες δυνατότητες πρόσβασης σε ακατάλληλες ταινίες, όπου ο αστυνομικός αδυνατεί να ελέγξει…
Η παραίτηση του Βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη από το αξίωμα του υφυπουργού, συζητήθηκε ευρύτατα.
Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναδείχτηκε και σαν αδυναμία τον των εκάστοτε κυβερνήσεων, να προασπίζουν σημαντικές αρχές.
Αρχές στις οποίες υποσχέθηκαν να κάνουν σημαία τους, όταν έρθουν στην εξουσία.
Γι’ αυτό οι λόγοι που ώθησαν σε παραίτηση των υφυπουργό, δεν ήταν απλό θέμα της Αντιπολίτευσης η οποία έφερε στην επικαιρότητα τα στοιχεία.
Η μεγάλη δυσφορία φάνηκε στην ελληνική οικογένεια.
Σ’ αυτή που πασχίζει καθημερινά να μορφώσει τα παιδιά της.
Θεωρήθηκε μία απίστευτη κοροϊδία για την ίδια. Αλλά και για το μακροχρόνιο συνεχή αγώνα των δικών της παιδιών.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικογένεια επιδίδεται σ’ έναν αγώνα για ευρύτερες σπουδές των παιδιών της.
Στα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκούσε το ΑπολυτήριοΛυκείου για την κατάληψη ευνοϊκής θέσης στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό τομέα.
Με το πέρασμα των χρόνων, το απολυτήριο δεν ήταν αρκετό.
Ζητήθηκε πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ.
Στις αρχές του αιώνα που διανύεται, όλο και περισσότεροι στράφηκαν στις μεταπτυχιακές σπουδές ή στο δεύτερο ή τρίτο πτυχίο.
Η καθημερινότητα διδάσκει ότι γύρω μας κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι αυτομορφώθηκαν χωρίς να διέλθουν την πύλη Πανεπιστημιακής Σχολής.
Έτσι ξεχώρισαν ως πολιτικοί άνθρωποι με μέτριες σπουδές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για την κατάληψη μία σημαντικής θέσης, παύει να ισχύει προϋπόθεση ενός συγκεκριμένου πτυχίου.
Η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε πολιτικά γιατί πρόβαλε ένα όραμα.
Να οδηγήσει την Ελλάδα στην οδό της σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Ανάμεσα στα άλλα κατέκρινε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναξιοκρατία που κυριαρχούσε.
Υποσχόταν θεαματικές αλλαγές στην επιλογή των προσώπων διοίκησης του κράτους.
Κατάρτισε μάλιστα μία λίστα εκατοντάδων προσοντούχων ώστε να στελεχωθεί η δημόσια διοίκηση από κατάλληλους και ικανούς υπαλλήλους.
Ο παραιτηθείς υφυπουργός έκανε την υπέρβαση.
Χρησιμοποίησε για το διορισμό του κάποιο δικαιολογητικό που δεν ανταποκρινόταν στις σαφείς οδηγίες πρόσληψης.
Το γεγονός καταγγέλθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση.
Προηγήθηκε της παραίτησης μία ατυχής μακρά συζήτηση με σκοπό τον απόπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Ειπώθηκε δηλαδή ότι για την εκλογή του βουλευτή δεν απαιτούνται πτυχία.
Η επίμαχη όμως καταγγελία αναφερόταν στο ψεύδος του συγκεκριμένου βουλευτή.
Όλη αυτή η υπόθεση έφερε στην επικαιρότητα τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Μία κατηγορία υπαλλήλων που σε κάθε μία κυβέρνηση, αυξάνονται κατά τριάντα ή σαράντα τοις εκατό.
Διάβασα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, προτίθεται να προτείνει την αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά τριακόσιους, όσοι και οι βουλευτές.
Η περίπτωση του υφυπουργού, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την καθιέρωση κάποιων προσόντων στους μετακλητούς υπαλλήλους για το καλό της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και την επιβράβευση όσων κοπιάσουν στα γράμματα.