Η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας με τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες τόσο μεταξύ χωρών όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας σε συνδυασμό με το προσφυγικό πρόβλημα και τη μετανάστευση είχαν αρχίσει να δημιουργούν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη ενός αμυντικού εθνικισμού.
Είχε αρχίσει δηλαδή στη συνείδηση όλο και περισσότερων σκεπτόμενων ανθρώπων να μπαίνουν προβληματισμοί και επιφυλάξεις σχετικά με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που θεοποιεί την αγορά και προωθεί την παγκοσμιοποίηση και την καταναλωτική κουλτούρα σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο. Είχε ήδη φανεί η φθορά παγκόσμιων οργανισμών και αντίστοιχων πολιτικών.
Είναι βέβαιο λοιπόν ότι η μετά τον κορωνοϊό εποχή, με την παγκόσμια κοινωνική εμπειρία που θα έχει συσσωρευτεί, θα συμβάλλει στην αναζήτηση αλλαγών στο σημερινό μοντέλο οργάνωσης των κοινωνιών. Ενδεχομένως η συνισταμένη των αλλαγών αυτών να οδηγήσει και σε λιγότερο «ανοιχτές» κοινωνίες, ενδεχομένως να ενδυναμώσει εθνικισμούς και εθνικούς ανταγωνισμούς. Αυτά σε μια περίοδο οξυμένων ανταγωνισμών για την προώθηση γεωπολιτικών αλλαγών που θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των αντίστοιχων συνασπισμών.
Το μέχρι σήμερα προβαλλόμενο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης είναι βέβαιο ότι θα αναθεωρηθεί. Μέσα από τις πρόσφατες εμπειρίες οι λαοί κατανόησαν ευκολότερα ότι η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων οδήγησε στις «οικονομικές φούσκες» και στη συγκέντρωση δύναμης σε μη παραγωγικούς τομείς επιτείνοντας την κρίση του συστήματος.
Η ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών συνέβαλε στην καταστροφή του παραγωγικού ιστού πολλών μικρών οικονομιών και δυνάμωσε την εξάρτησή στους από χώρες οικονομικά ισχυρές. Τα ελλείμματα των μικρών οικονομιών μετατράπηκαν σε πλεονάσματα των ισχυρών. Το χρέος των μικρών έγινε θανατηφόρος βρόγχος που οδηγεί στην οικονομική και πολιτική υποδούλωσή τους. Τα εργαλεία άσκησης πολιτικών τους έχουν αφαιρεθεί, όπως έδειξε και η Ελληνική εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας.
Πέρα από τις επιταγές της οικονομίας βασικός λόγος που θα μπουν πλέον όρια ανάμεσα στο εθνικό και το υπερεθνικό είναι ο φόβος και η αναζήτηση ασφάλειας. Στις νέες συνθήκες και μετά το όλο σοκ που περνάει και θα υποστεί παγκόσμια πλέον η ανθρώπινη κοινωνία, η ασφάλεια θα προηγείται της ελευθερίας. Ο άνθρωπος αυτή την περίοδο οδηγείται στον αυτοπεριορισμό ενεργοποιώντας το αίσθημα της ατομικής και κοινωνικής ευθύνης για χάρη της δικής του προστασίας, της οικογένειάς του, του στενού φιλικού περίγυρου και εντέλει ολόκληρης της κοινωνίας.
Στη μετά τον κορωνοϊό εποχή η κοινωνία θα αντιδράσει, όπως αντιδρά πάντα μετά από κάθε κρίση. Θα προσπαθεί με κάθε τρόπο να μην επαναλάβει ό,τι μπορεί να την επαναφέρει σε αυτή την τρομακτική εμπειρία που βίωσε. Θα είναι ιδιαίτερα προσεκτική για ό,τι σχετίζεται με την παραγωγή, την υγεία, την ασφάλεια και όλα τα δημόσια αγαθά από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση της. Η κρίση που βιώνουμε ανέδειξε με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο την αξία των δημόσιων αγαθών και συνέβαλε στην ιδεολογική αποδόμηση εκείνων των μηχανισμών που επιδιώκουν την εμπορευματοποίηση τους.
Το καλό σενάριο θα είναι να δοθεί προτεραιότητα στην πράσινη ανάπτυξη που σέβεται το περιβάλλον και την υγεία. Η τεχνολογία να αξιοποιηθεί με τρόπο που θα γίνει πραγματικός σύμμαχος δίνοντας πρόσβαση στη γνώση και σε όλα τα δημόσια αγαθά σε όλους χωρίς γεωγραφικούς και ταξικούς αποκλεισμούς. Μέσα σε αυτό το καλό σενάριο η παγκοσμιοποίηση θα λειτουργεί με όρια και θα είναι πιο δίκαιη.
Σε αυτή τη φάση η κοινωνία και οι εκφραστές της οφείλουν να προετοιμάζονται για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα εμπεριέχει όλες τις εκδοχές του καλού σεναρίου για το αύριο βάζοντας ως προτεραιότητα το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ανοιχτή επιστολή προς τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης και Βουλευτή Φωκίδας Ιωάννη Μπούγα και με ταυτόχρονη κοινοποίηση προς τους : Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τον Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας απέστειλε ο πρόεδρος του ΤΟΕΒ Πεδιάδας Μόρνου Κωνσταντίνος Κουτσόπουλος. Στην επιστολή επισημαίνεται η ανάγκη άμεσης και ουσιαστικής πρωτοβουλίας για την λειτουργική ολοκλήρωση του εγγειοβελτιωτικού έργου πεδιάδας Μόρνου. Αναφέρει στην επιστολή:
«Αξιότιμε κύριε Υφυπουργέ, Απευθύνομαι σε εσάς δημόσια, ως Πρόεδρος του ΤΟΕΒ Πεδιάδας Μόρνου, μεταφέροντας το μήνυμα τόσο του Δ.Σ. όσο και της πρόσφατης Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού.
Γνωρίζετε ότι, το εγγειοβελτιωτικό έργο της πεδιάδας Μόρνου, ενώ ξεκίνησε πριν 20 και πλέον χρόνια, παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς ορατό χρόνο λειτουργικής ολοκλήρωσης, παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη δαπανηθεί αρκετά εκατομμύρια ευρώ, εγχώριων και (κυρίως) ευρωπαϊκών πόρων.
Οι συνέπειες για τους παραγωγούς είναι επί σειρά ετών ορατές και επώδυνες: τεμαχισμένα, υποκαλλιεργούμενα ή και μη καλλιεργούμενα αγροτεμάχια, διαρκής οικονομική ζημία και απώλεια εισοδήματος, έντονη αβεβαιότητα για το μέλλον της αγροτικής δραστηριότητας στην περιοχή. νέοι άνθρωποι να απομακρύνονται από την αγροτική δραστηριότητα.
Επιπλέον, συμβαίνει και κάτι πολύ απλό αλλά και ιδιαίτερα σοβαρό: η καθυστέρηση και η μη ολοκλήρωση του έργου δεν είναι μόνο τοπικό ζήτημα – αποτελεί και θέμα αξιοπιστίας της χώρας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στη διαχείριση δημόσιων πόρων.
Κύριε Υφυπουργέ,
Έχετε ενημερωθεί επανειλημμένα από τον Οργανισμό μας για το πρόβλημα. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει η ουσιαστική πολιτική παρέμβαση που απαιτείται για να δοθεί ολοκληρωμένη λύση.
Η τοπική κοινωνία είναι απελπισμένη και ζητά συγκεκριμένες ενέργειες που οφείλετε να αναλάβετε για την άμεση λειτουργική ολοκλήρωση του Ε/Β έργου, ως Βουλευτής Φωκίδας και μέλος της Κυβέρνησης, η οποία εξάλλου έχει διακηρύξει κατ΄ επανάληψη τη στήριξη του πρωτογενή τομέα, κάτι που είναι ζητούμενο και για την τοπική κοινωνία.
Ζητούμε από εσάς: να αναλάβετε άμεσα πρωτοβουλία συντονισμού των εμπλεκόμενων φορέων, να συμβάλετε ενεργά στην εξασφάλιση άμεσης χρηματοδότησης για τις αναγκαίες υπολειπόμενες παρεμβάσεις με συγκεκριμένο σχεδιασμό και χρονοδιάγραμμα.
Οι καλλιεργητές της πεδιάδας Μόρνου δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν το αυτονόητο: να μπορούν να καλλιεργήσουν τη γη τους με αξιοπρέπεια. Η πεδιάδα Μόρνου δεν μπορεί να περιμένει άλλο.»