Η έπαρση και η αμετροέπεια που φαίνεται να διακρίνει τον Πρόεδρο της Τουρκίας και θα έλεγα ακόμα μια τάση υποτίμησης των Ελλήνων δεν συνάδει με την συμπεριφορά των αυθεντικών Σουλτάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι μετά το Χάτ-ι Χουμαγιούν του 1856, (μεταρρυθμιστικό διάταγμα) ανεγνώριζαν την μεγίστη συμβολή των Ελλήνων της αυτοκρατορίας στην κατεύθυνση να καταστή ένα σύγχρονο κράτος.
Έτσι όταν ο εκ Θράκης, μεγαλοτραπεζίτης της Κωνσταντινουπόλεως και εθνικός ευεργέτης της Ελλάδος και “εξαίρετος της εθνικής εκπαιδεύσεως χορηγός” (Ζαρίφεια διδασκαλεία), Γεώργιος Ζαρίφης (1807-1884), η τράπεζα του οποίου διεχειρίζετο το οθωμανικό χρέος, “επανακάμψας… εξ Ευρώπης, όπου διέμενεν επί τρία σχεδόν έτη, χάριν της υγείας του… ο Σουλτάνος (Αβδούλ Χαμίτ) εξεδήλωσε τας προς τον επιστρέψαντα άνδρα αισθήματά του, μεθ’ όλης της ανατολικής διαχύσεως…».
Τον επεσκέφθησαν ακόμα και οι αυτοκρατορικοί πρίγκιπες οι οποίοι, εις ένδειξιν βαθυτάτου σεβασμού “ησπάσθησαν την δεξιάν του”. Και κλείνει η αθηναϊκή εφημερίδα ΑΙΩΝ της 8.6.1882, με το σχόλιο:
«Υιοί Σουλτάνου ασπάζονται την δεξιάν έλληνος και να εκδίδεται επί τούτω αυτοκρατορικός ιραδές είναι βεβαίως εκ των γεγονότων άτινα ει τις προ τριάκοντα… ετών έλεγε ως γενησόμενα θα εξελαμβάνετο ως φρενοβλαβής. Αλλ’ όμως οπόσας και οποίαι αι περιστροφαί εν το κόσμω ημών»!
Οι διάλογοι γύρω από τις προσεχείς εθνικές εκλογές φουντώνουν. Νομίζει κανείς ότι έχουν σχέση με τις πυρκαγιές.
Όπως αυτές είναι έντονες στην περίοδο των δύο τελευταίων μηνών του καλοκαιριού, έτσι ι και οι πολιτικές συζητήσεις ανεβάζουν ρυθμό.
Παλαιότερα ο Ιούλιος και Αύγουστος διακρίνονταν για τις χαλαρές παραταξιακές αντιθέσεις.
Γιατί είναι οι μήνες των πολυπόθητων διακοπών
Ο κρατικός μηχανισμός υπολειτουργεί, λόγω των θερινών αδειών των εργαζομένων.
Καλά λέει ο άλλος. Ο κρατικός μηχανισμός όλο το χρόνο κινείται με… κάρβουνο.
Φέτος όμως τα γεγονότα είναι διαφορετικά.
Υπάρχουν ενδείξεις για εκλογική αναμέτρηση στο τέλος του Σεπτέμβρη ή στις αρχές του Οκτώβρη. Επομένως αυτή η ένδειξη συνηγορεί στη ζωή πολιτική συζήτηση.
Αρέσκεται ο άνθρωπος να επιδίδεται σε ατέλειωτους διαλόγους.
Όχι πιο κόμμα είναι κατάλληλο να κυβερνήσει για να δώσει ότι στη ανάπτυξη, αλλά ποιο έρχεται πρώτο, δεύτερο, τρίτο…
Καθώς απολαμβάνει τη λιγοστή δροσιά της θάλασσας του βουνού, η πολιτική συζήτηση ζωηρεύει.
Έστω και αν γνωρίζει ότι αυτή η χρονική περίοδο επιβάλλεται χαλαρότητα.
Για να αποφεύγεται το ανέβασμα του υδράργυρου στον ίδιο και στην παρέα του.
Η πρόβλεψή του, κατά το σύνηθες, υποκειμενική.
Η παράταξη που υποστηρίζει, καταλαμβάνει την… πρώτη θέση.
Του διαφεύγει η φράση, όνειρα θερινής νύχτας.
Δεν αρκείται στα προγνωστικά του κόμματός του. Επιμένει να καταμετρά και των άλλων.
Με τέτοια σοβαρότητα όμως που αν αθροισθούν όλων, φαίνεται ότι έχει ξεχαστεί η κλίμακα τοις εκατό.
Ποιος όμως ενδιαφέρεται για την υπέρμετρη αύξηση. Η παράθεση στοιχείων στήριξης έχει αξία.
Στο πανηγύρι της Καστανούλας, όταν έσυρε το χορό ο υποψήφιος της παράταξης, απόσπασε τα χειροκροτήματα όλων.
Του διαφεύγει ότι το ζεστό χειροκρότημα αναφερόταν στο λεβέντικο τσάμικο.
Παρέχεται απλόχερα η σχετική πολιτική κουβέντα.
Τον τρίχρονο βίο της η σημερινή Βουλή πόσα έχει να επιδείξει.
Οι άνθρωποι που πιστεύουν στις αξίες, με λύπη τους παρακολουθούν την κρίση των προσώπων.
Για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία του Κοινοβουλευτισμού της χώρας μας, οι ανεξάρτητοι βουλευτές πλησιάζουν το ένα έκτο της Ελληνικής Βουλής.
Κόμματα με δυνατή παρουσία στη Βουλή αποδεκατίστηκαν.
Με δυσκολία συγκροτούν τη βάση να έχουν το τίτλο Κοινοβουλευτικής Ομάδας και να αναλαμβάνουν τα σχετικά ευεργετήματα.
Εδώ ισχύει αυτό που κοινά λέγεται: «Πες μου ποιους βουλευτές έχεις για να σου πω ποιος είσαι».
Είναι μια έκπτωση του θεσμού του βουλευτή.
Δίνει το έναυσμα πικρόχολων σχολίων στις πολιτικές συζητήσεις.
Η ιστορία του ανθρώπου μπορεί και να διαβαστεί και ως η ιστορία της σχέσης του με τα εργαλεία, άρα την τεχνολογία.
Για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αλλάξει το σώμα του με άμεσο τρόπο. Δεν μπορούσε να αποκτήσει γρήγορα πυκνό τρίχωμα για να αντέχει το κρύο, ούτε και κοφτερά νύχια και δόντια για να ανταγωνιστεί τα αρπακτικά. Σωματικά, ήταν ευάλωτος σε σχέση με δυνατότερα πλάσματα του περιβάλλοντός του. Παρόλα αυτά, δεν περίμενε εκατομμύρια χρόνια τη βιολογική εξέλιξη να τον αλλάξει. Άρχισε να χρησιμοποιεί τα στοιχεία της φύσης για να καλυψει τις αδυναμίες του.
Στην παλαιολιθική εποχή, περίπου από τα 2,5 εκατομμύρια χρόνια ως το 10.000 π.Χ., ο άνθρωπος άρχισε να δημιουργεί γύρω του τεχνητές προεκτάσεις του σώματος του. Έφτιαξε πέτρινα εργαλεία για να κόβει, να κυνηγά, να σκάβει και να επεξεργάζεται την τροφή του. Χρησιμοποίησε προβιές ζώων για να προστατευτεί από το κρύο. Ανακάλυψε και αξιοποίησε τη φωτιά, η οποία του πρόσφερε ζεστασιά και προστασία, αλλά και άλλαξε βαθιά τη σχέση του με την τροφή. Έτσι, η τεχνολογία έγινε μέρος της ίδιας της ανθρώπινης εξέλιξης.
Όμως τα εργαλεία δεν ήταν μόνο μέσα επιβίωσης. Ήταν και ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος άρχισε να κατανοεί τη θέση του μέσα στον κόσμο. Δεν έβλεπε τη φύση ως έναν πόρο προς εκμετάλλευση ή ως ένα σύστημα που μπορεί να ελεγχθεί πλήρως. Τη βίωνε ως μία τεράστια, δοτική, αλλά και επικίνδυνη δύναμη.
Η φύση του έδινε τα συστατικά για να ζήσει, αλλά μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αφαιρέσει τη ζωή. Ο άνθρωπος προσπαθούσε να ισορροπήσει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα. Τα εργαλεία του ήταν ο τρόπος με τον οποίο γεφύρωνε το χάσμα ανάμεσα στην αδυναμία του σώματος του και την αγριότητα της φύσης.
Αυτή η αβεβαιότητα δεν αφορούσε μόνο τη ζωή αλλά και τον θάνατο. Ο παλαιολιθικός άνθρωπος φαίνεται πως δεν αντιμετώπιζε τον θάνατο απλώς ως βιολογικό τέλος. Σε κάποιες προϊστορικές ταφές, οι νεκροί τοποθετούνταν σε εμβρυακή στάση, σαν να προετοιμάζονταν για αναγέννηση. Έθαβαν, επίσης, τους νεκρούς μαζί με εργαλεία, σαν να πίστευαν ότι ίσως θα τους ήταν χρήσιμα και πέρα από τη ζωή. Αυτές οι πρακτικές δείχνουν ότι οι άνθρωποι αρνούνταν να αποδεχτούν τον θάνατο ως το απόλυτο τέλος.
Ίσως λοιπόν η τεχνολογία να μη γεννήθηκε μόνο από την ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει, αλλά και από μια βαθύτερη επιθυμία: να μη μείνει περιορισμένος στο σώμα που του έδωσε η φύση.
Ερικέττη Σέρβου – Σύμβουλος καινοτομίας και co-founder της AskE
Πλατεία ένας όμορφος κεντρικός χώρος με πολλές ευχάριστες θύμισες.
Βασική θύμηση ότι είσαι άνθρωπος. Ότι ζεις και κινείσαι σε πόλη που κατοικούν υπέροχοι άνθρωποι.
Ότι δικαιούσαι να τη χαίρεσαι, είτε μόνος, είτε με συντροφιά, ό,τι καλύτερο.
Ότι πέρα από την απόλαυση είναι κατάλληλη για συναντήσεις, για περπάτημα, για να περνούν οι ώρες ευχάριστα.
Ωραίες πλατείες ή πλατειούλες , σε κεντρικές ή απόμακρες γειτονιές της πόλης, τους θερινούς μήνες , που η ζέστη είναι ανυπόφορη, φαντάζουν ουρανόσταλτες.
Μεγάλα ποσά δαπανώνται για τον ευπρεπισμό τους.
Σπάνια όμως επιτυγχάνεται η τελειότητα.
Γι’ αυτό στην πρώτη οικονομική δυνατότητα, νέες δαπάνες για την ανάπλασή τους.
Μένουν έξω από το σχεδιασμό τους οι ειδικοί μελετητές του χώρου.
Αυτοί που πέρα από την επιστημονική τους κατάρτιση, έχουν μελετήσει γνωστές πλατείες.
Αν περαστικοί καθίσουμε σε κάποιες άλλων πόλεων και τις θαυμάζουμε, αναρωτιόμαστε.
Γιατί η πόλη μας να στερείται μιας ωραίας πλατείας , όταν οι προϋποθέσεις υπάρχουν.
Υπεύθυνοι δεν είναι οι πολίτες.
Αλλά Δημοτικά Συμβούλια ή όποιες υπηρεσίες αποφασίζουν αναθέσεις ανάπλασης πλατειών.
Δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι πολίτες. Ανεβάζουν το όχημά τους και το παρκάρουν σ’ αυτές. Πέρα από το σπάσιμο της πλακόστρωσης ρυπαίνουν βάφουν. Με τα λάδια που ρέων.
Τι να πω για τα νεαρά άτομα. Πατούν πάνω στο κάθισμα και κάθονται στη ράχη.
Για να μιλούν αφ’ υψηλού, όπως λέγεται κοινά.
Και όμως πόσο φιλόξενα είναι τα παγκάκια.
Τρία τέσσερα παγκάκια, στις άκρες της πλατείας, άνετα φιλοξενούν εννέα με δώδεκα άτομα.
Αυτά που αδυνατούν να διαθέσουν το αντίτιμο ενός καφέ, ενός αναψυκτικού, να το απολαύσουν στην καφετέρια.
Σ’ αυτή που έχει απλώσει τα τραπεζοκαθίσματά της και καλύπτει σχεδόν όλη την έκταση.
Οάσεις είναι οι πλατείες τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ιδιαίτερα αυτές που σκεπάζονται από βαθύσκιωτα πλατάνια.
Αυτό φαίνεται στους νεοφερμένους περιπατητές.
Ρίχνουν κλεφτές ματιές σ’ αυτούς που κάθονται. Να μαντέψουν τις προθέσεις τους.
Αν ετοιμάζονται ν’ αποχωρήσουν. Να ελευθερωθεί κάποια θέση.
Ποιος όμως αφήνει την πλεονεκτική θέση, ύψιστη πολυτέλεια στη βραδινή έξοδο.
Σ’ αυτή συγγενικά η φιλικά ή γνωστά πρόσωπα, φλυαρούν ώρες ολόκληρες.
Πόσα ειπώθηκαν αλλά σε λίγο όλα ξεχάστηκαν.
Αν οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από το ποδόσφαιρο.
Επίκαιρο το θέμα καθώς οι ποδοσφαιρικοί αγώνες βρίσκονται στο ζενίθ του ενδιαφέροντος και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Μπορεί όμως για την πολιτική επικαιρότητα.
Συνεχίζεται η μάχη των εντυπώσεων με τις αλλεπάλληλες σκόπιμες δημοσκοπήσεις.
Σίγουρα η συζήτηση διαγράφεται.
Όμως μένουν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στους διαλόγους, εύστοχους ή ελαφρούς για να κυλά ο χρόνος.