Η αντιπολιτευτική κριτική είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του δήμου, γιατί είναι αυτή που στόχο έχει να ελέγξει τις ενέργειες και τις αποφάσεις της δημοτικής αρχής, να εντοπίσει και να στηλιτεύσει τις οποιεσδήποτε αυθαιρεσίες και τυχόν παρεκκλίσεις αυτών που ασκούν διοίκηση. Η αντιπολιτευτική κριτική βέβαια οφείλει να κινείται μέσα σε ορθό πλαίσιο και με σεβασμό σε κανόνες. Η επιλογή της προσωπικής επίθεσης με στόχο τη σπίλωση της υπόληψης αιρετών χωρίς μάλιστα νομικά ερείσματα όχι μόνο δεν έχει να κάνει με άσκηση αντιπολίτευσης αλλά οδηγεί σε υποβάθμιση το δημοτικό συμβούλιο, και σύρει την κοινωνία σε τόσο πολύ χαμηλό επίπεδο με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία των θεμάτων.
Αυτή η τακτική ακολουθήθηκε στην πρώτη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, που μεταξύ των πολλών θεμάτων, εντάσεων και επιθέσεων χάθηκε η ουσία ενός πολύ σημαντικού και κοινωνικά ευαίσθητου θέματος. Τα αντιπολιτευτικά βέλη του δημοτικού συμβούλου Αντρέα Κοτσανά στόχευσαν προσωπικά στο δήμαρχο και ένας από τους λόγους της επίθεσης είναι το κτήριο που στεγάζεται ο πρώτος βρεφονηπιακός παιδικός σταθμός και το οποίο ιδιοκτησιακά ανήκει στην οικογένεια του δημάρχου. Η όλη προσπάθεια και συζήτηση έγινε προκειμένου να δημιουργηθούν εντυπώσεις που στόχο είχαν να πλήξουν το δήμαρχο που εισπράττει νόμιμα ένα σεβαστό ποσό κάθε μήνα για τη μίσθωση του συγκεκριμένου χώρου.
Με αυτή την τακτική όμως ο ανυποψίαστος δημότης μένει στις εντυπώσεις και χάνει την ουσία. Εύκολα δηλαδή μπορεί να υποπέσει στην πολύ προσφιλή και ανέξοδη καφενειακή πολιτική και να ασχολείται με τα πόσα τελικά κερδίζουν όσοι ασχολούνται με τα κοινά και να παρασυρθεί σε ένα πόλεμο με αντίπαλο το δέντρο τη στιγμή που καίγεται το δάσος.
Με αυτή την τακτική η πλειοψηφία των δημοτών αγνοεί και ως εκ τούτου αδιαφορεί παντελώς για το που στεγάζονται οι παιδικοί σταθμοί και τα περισσότερα από τα νηπιαγωγεία του δήμου. Και μπορεί ως σκέψη να μην ενοχλεί τα χρήματα που δαπανώνται τόσα χρόνια σε ενοίκια κτηρίων, γιατί ως κοινωνία φαίνεται να μην νοιαζόμαστε για τα λεφτά που πληρώνει το δημόσιο λες κι αυτά δεν είναι δικά μας λεφτά. Η πλειοψηφία των δημοτών δεν γνωρίζει ότι στο δήμο λειτουργούν ένας βρεφονηπιακός και θεωρητικά τέσσερις παιδικοί σταθμοί ( ο τρίτος είναι σε αναστολή και συστεγάζεται με το δεύτερο) και μόνο οι δυο (εκ των οποίων ο ένας είναι αυτός του Αντιρρίου) στεγάζονται σε δημοτικά κτήρια.
Αντί λοιπόν να προβληματιστεί η κοινωνία πάνω σε ουσιαστικά θέματα και να απαιτήσει λύσεις προς το συμφέρον της μπαίνει στη διαδικασία να ασχολείται με πυροτεχνήματα.
Άλλα είναι τα ερωτήματα και οι απαντήσεις που πρέπει να ζητά η κοινωνία.
Γιατί παραπάνω από τρεις δεκαετίες παιδικοί σταθμοί στεγάζονται σε μισθωμένα κτήρια; Γιατί οι δημοτικές αρχές στη Ναύπακτο όλα αυτά τα χρόνια, τα περισσότερα από τα οποία ήταν χρόνια ευμάρειας και πλούτου για τα ταμεία των δήμων, δεν έκαναν καμιά κίνηση για να φτιαχτούν οι κατάλληλες υποδομές για να στεγάσουν τους βρεφονηπιακούς παιδικούς σταθμούς; Γιατί τα παιδιά να μην είναι η προτεραιότητα στις επιλογές των δημοτικών αρχών και κατ’ επέκταση των δημοτών που επιλέγουν και έχουν την ευθύνη να διεκδικούν και να ελέγχουν αυτούς που τους διοικούν;
Ας ελπίσουμε κι ας ευχηθούμε ότι το «αήθες χτύπημα» που δέχτηκε ο δήμαρχος στο πρώτο συμβούλιο πέρα από την τυπική νομική απάντηση που πολύ σωστά πήρε, στο τέλος αυτής της θητείας θα πάρει και την ουσιαστική απάντηση με τη δημιουργία ενός σύγχρονου δημοτικού παιδικού σταθμού που θα στεγάζεται σε πρότυπο δημόσιο χώρο.
Το άρθρο 47 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άρθρα του εκλογικού πλαισίου, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται οι δημοτικοί και περιφερειακοί συνδυασμοί, τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων και τη διαδικασία υποβολής των υποψηφιοτήτων στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το άρθρο διατηρεί τη λογική του ενιαίου δημοτικού συνδυασμού. Κάθε παράταξη καταρτίζει έναν συνολικό συνδυασμό για ολόκληρο τον δήμο, με επικεφαλής τον υποψήφιο δήμαρχο και με επιμέρους υποψηφίους ανά εκλογική περιφέρεια και δημοτική κοινότητα. Στο ίδιο ψηφοδέλτιο εντάσσονται:
► οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι,
► οι υποψήφιοι σύμβουλοι κοινότητας,
► καθώς και οι εκπρόσωποι κοινοτήτων έως 300 κατοίκων.
Κάθε δημοτικός συνδυασμός περιλαμβάνει τον υποψήφιο δήμαρχο, τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, τους υποψήφιους συμβούλους δημοτικών κοινοτήτων και τους υποψήφιους εκπροσώπους των δημοτικών κοινοτήτων, σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον των δημοτικών κοινοτήτων.
Ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που πρέπει να περιλαμβάνει ένας δημοτικός συνδυασμός είναι:
α) Για τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών του δημοτικού συμβουλίου με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%).
β) Για τους υποψήφιους συμβούλους και τους εκπροσώπους κάθε δημοτικής κοινότητας, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών κάθε δημοτικής κοινότητας, με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%). Ειδικά στις δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως και τριακοσίους (300)κατοίκους ο συνδυασμός δύναται να έχει έως και τρεις (3) υποψηφίους εκπροσώπους.
γ) Από κάθε φύλο, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των υποψηφίων του οικείου συνδυασμού, συμπεριλαμβανομένου του υποψηφίου δημάρχου και εξαιρουμένων, από τον συνολικό αριθμό των υποψηφίων, των εκπροσώπων δημοτικών κοινοτήτων.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός δύναται να περιλαμβάνει υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους έως και το δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εδρών του δημοτικού συμβουλίου, εφόσον οι υποψήφιοι αυτοί κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών συμπληρώνουν έως και το τριακοστό (30ο) έτος της ηλικίας τους.
► Κάθε συνδυασμός: α) Για τις δημοτικές εκλογές δύναται να περιλαμβάνει:
Έως έναν (1) υποψήφιο, o οποίος εκλέγεται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από έως και δεκαπέντε (15) μέλη.
Έως δύο (2) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από δεκαεννέα (19) έως είκοσι εννέα (29) μέλη.
Έως τρεις (3) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από τριάντα πέντε (35) μέλη και άνω.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός υποβάλλει συνολικό παράβολο ανάλογα με τον πληθυσμό του δήμου.
α) Χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους.
β) Δυο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων και δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων.
γ) τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δέκα χιλιάδων ενός (10.001) κατοίκων και πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων.
δ) πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ πενήντα χιλιάδων ενός (50.001) κατοίκων και εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) κατοίκων.
ε) επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεγαλύτερο των εκατό πενήντα χιλιάδων ενός κατοίκων (150.001).
Σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνοντας για πρώτη φορά την ηλεκτρονική ψηφοφορία τόσο για τις αυτοδιοικητικές εκλογές όσο και για τα συμβουλευτικά δημοτικά δημοψηφίσματα και την ανάδειξη των συμβουλίων νέων.
Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επιχειρεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Μια νέα εκλογική διαδικασία που αργά ή γρήγορα θα επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές, διευκολύνοντας όσους την ημέρα των εκλογών βρίσκονται εκτός του τόπου όπου είναι δημότες.
Αρχή από τις δημοτικές του 2028
Στο επίκεντρο της νέας αρχιτεκτονικής βρίσκεται η δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με ηλεκτρονική ψήφο για την ανάδειξη δημάρχων/δημοτικών συμβουλίων και περιφερειαρχών/περιφερειακών συμβουλίων αρχής γενομένης από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές το 2028.
Ο εκλογέας διατηρεί το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στη φυσική παρουσία και την ηλεκτρονική συμμετοχή, χωρίς να καταργείται η παραδοσιακή μορφή ψηφοφορίας. Ωστόσο, για την αποτροπή της διπλής ψήφου, όσοι επιλέγουν την ηλεκτρονική διαδικασία εγγράφονται σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους και αποκλείονται από την ψηφοφορία με φυσική παρουσία.
Η διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπεται να διεξάγεται σε ειδικά εκλογικά τμήματα ηλεκτρονικής ψήφου που θα λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα υπό την προϋπόθεση να έχουν εγγραφεί τουλάχιστον 30 εκλογείς ανά δήμο, προκειμένου να διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψήφου και η αξιοπιστία της διαδικασίας.