Το «μπλακ άουτ» στα ελληνικά αεροδρόμια της 4ης Ιανουαρίου 2026 πέρασε στα «ψιλά».
Επισκιάστηκε ίσως από την απαγωγή Μαδούρο, τα μπλόκα των αγροτών, την δημιουργία ή μη νέων κομμάτων και τελικά έμεινε ως απόηχος ότι αναζητούνται μετά το γεγονός αυτό 2.000 βαλίτσες ταξιδιωτών που δεν έγιναν οι πτήσεις τους.
Το «μπλακ άουτ» όμως ανέδειξε τη γύμνια του απαρχαιωμένου συστήματος ελέγχου και καθοδήγησης των αεροπλάνων για την οποία επανειλημμένως έχουν ενημερώσει οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας.
Και όμως ήδη από το 2019, η τότε κυβέρνηση είχε υπογράψει σύμβαση για προμήθεια και εγκατάσταση υπερσύγχρονου συστήματος επικοινωνιών για τα αεροδρόμια, (Συστήματος επικοινωνιών και καταγραφής φωνής (Voice Communication & Recording System – VCRS).
Μια σύμβαση, ωστόσο, που καταχωνιάστηκε στο συρτάρι, παρά την κρισιμότητα του έργου που αφορούσε, ρισκάροντας μέχρι σήμερα την ασφάλεια της αεροναυτιλίας.
Εάν τα έργα ύψους 4,7 εκατ. ευρώ είχαν υλοποιηθεί το επικίνδυνο «μπλακ άουτ», που μπορεί να ξανασυμβεί ανά πάσα στιγμή, θα είχε αποφευχθεί λένε οι ειδικοί, κάνοντας ακόμη πιο επιτακτικό το ερώτημα γιατί η σύμβαση αυτή δεν υλοποιήθηκε.
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν κρούσει «καμπανάκι» κινδύνου και τον Σεπτέμβριο του 2025, με αφορμή το χαλασμένο ραντάρ στον λόφο Μερέντα, διατυπώνοντας φόβους για «αεροπορικά Τέμπη», καθώς όπως τόνιζαν «η ΥΠΑ, πέραν των σημαντικών ελλείψεων σε προσωπικό, διαθέτει έναν προβληματικό απαρχαιωμένο εξοπλισμό επιτήρησης και επικοινωνιών (τουλάχιστον 25ετίας), θέτοντας σε κίνδυνο τις πτήσεις».
Μετά το χάος που επικράτησε στα ελληνικά αεροδρόμια και δύο δελτία τύπου της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), όπου το δεύτερο αναιρεί το πρώτο, η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας (ΕΕΕΚΕ) ζητά από την ΥΠΑ να αναλάβει την ευθύνη για τα όσα συνέβησαν, διαφορετικά να επιληφθεί του θέματος η πολιτική ηγεσία, δηλαδή το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών.
Με ιδιαίτερη ανησυχία διαπιστώνεται ότι στο σχέδιο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση και άμεσα θα ψηφιστεί , απουσιάζουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 94 του Ν. 3852/2010 («Καλλικράτης»), οι οποίες καθορίζουν τις αρμοδιότητες των Δήμων στον τομέα της πολεοδομίας, της έκδοσης οικοδομικών αδειών και του ελέγχου της δόμησης μέσω των Υπηρεσιών Δόμησης.
Η παράλειψη αυτή μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς εδώ και χρόνια διατυπώνεται, με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά, η πρόθεση αφαίρεσης των Υπηρεσιών Δόμησης από τους Δήμους.
Σήμερα, υπό την πίεση συντεχνιακών συμφερόντων, υλοποιείται αυτή η μεθόδευση η οποία εγείρει σοβαρά ερωτήματα.
Η εν λόγω μεθόδευση φαίνεται να φτάνει στην τελική της ευθεία, όχι μέσα από μια ανοιχτή και ουσιαστική πολιτική συζήτηση, αλλά μέσω της «διακριτικής» απάλειψης των σχετικών αρμοδιοτήτων από το νέο θεσμικό πλαίσιο.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός, οι όροι δόμησης, οι χρήσεις γης και ο έλεγχος της δόμησης αποτελούν κατεξοχήν τοπικές υποθέσεις. Αφορούν άμεσα τη μορφή, τη λειτουργία και το μέλλον κάθε πόλης και κάθε γειτονιάς. Για τον λόγο αυτό οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται από τον θεσμό που βρίσκεται πλησιέστερα στον πολίτη, γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και λογοδοτεί καθημερινά στην τοπική κοινωνία: την Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού.
Αυτό άλλωστε επιβάλλουν και τα άρθρα 101 και 102 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν την αρχή της διοικητικής αποκέντρωσης και την ευθύνη των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων.
Συζητήθηκε την Τέταρτη 3 Ιουνίου 2026 στο πέμπτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΤΕ) η αίτηση ακύρωσης των αναθεωρημένων σχεδίων διαχείρισης λεκανών απορροής Θεσσαλίας και Δυτικής Ελλάδας.
Η αίτηση κατατέθηκε από τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής Αιτωλοακαρνανίας κατά της εκτροπής του Αχελώου ποταμού στην Θεσσαλία, συνοδευόμενη και από την στήριξη τεσσάρων περιβαλλοντικών οργανώσεων της χώρας. Κατά την διάρκεια της δικάσιμης διαδικασίας προηγήθηκε η ανάγνωση της εισαγωγικής έκθεσης του ΣΤΕ, ενώ στην συνέχεια τον λόγο πήραν οι πέντε νομικοί παραστάτες της Συντονιστικής Επιτροπής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η επιχειρηματολογία όσο και η παρουσία των νομικών παραστατών της Επιτροπής υπήρξε καταιγιστική καταρρίπτοντας έτσι όλα τα επιχειρήματα και τις αιτιάσεις που στηρίζεται η εκτροπή στου Αχελώου στη Θεσσαλία στα αναθεωρημένα σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής Θεσσαλίας και Δυτικής Ελλάδος.
Εν αναμονή της απόφασης του ΣΤΕ και έχοντας εμπιστοσύνη στην Ελληνική Δικαιοσύνη, η Συντονιστική Επιτροπή Αιτωλοακαρνανίας συνεχίζει με αμείωτο ενδιαφέρον την συνέχιση των αγώνων της έως ότου το εγχείρημα της εκτροπής αποτελέσει παρελθόν οριστικά και αμετάκλητα. Εκ μέρους της Συντονιστικής Επιτροπής Αιτωλοακαρνανίας, στην εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ΣΤΕ παρευρέθηκαν, ο Πρόεδρος της Επιτροπής και Δήμαρχος Αγρινίου Γιώργος Παπαναστασίου, το Μέλος της και Αντιπρόεδρος της ΕΑΣ Αγρινίου Γιάννης Καλίμορφος και ο Γραμματέας της και Σύμβουλος Ανάπτυξης της Π.Ε.Δ. Δυτικής Ελλάδας Δημοσθένης Καπώνης.
Κατατέθηκε στη Βουλή η κύρωση του Κώδικα Χωροταξίας και Πολεοδομίας, ενός νομοθετήματος που συγκεντρώνει και κωδικοποιεί το ισχύον πλαίσιο για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό της χώρας.
Σύμφωνα με τον νέο Κώδικα, οι σημαντικότερες αποφάσεις για την οργάνωση του χώρου λαμβάνονται κυρίως από την κεντρική διοίκηση, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των Δημοτικών Συμβουλίων.
Σημαντικά εργαλεία σχεδιασμού, όπως τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, οι Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων, οι Ζώνες Ενεργού Πολεοδομίας, οι Ζώνες Αστικού Αναδασμού και οι Ζώνες Ελεγχόμενης Ανάπτυξης, εντάσσονται σε ένα σύστημα όπου τον τελικό λόγο έχουν κατά κανόνα τα αρμόδια υπουργεία και τα κεντρικά συλλογικά όργανα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η βασική πολιτική συζήτηση που αναμένεται να ανοίξει το επόμενο διάστημα αφορά :
Κατά πόσο οι τοπικές κοινωνίες και τα Δημοτικά Συμβούλια διαθέτουν ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον των πόλεων, των οικισμών και των περιοχών τους.
Αν και ο νέος Κώδικας επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα σχεδιασμού, αρκετοί αυτοδιοικητικοί εκφράζουν ήδη προβληματισμό ότι οι κρίσιμες χωροταξικές και πολεοδομικές επιλογές εξακολουθούν να συγκεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στο κεντρικό κράτος, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των Δημοτικών Συμβουλίων που καλούνται τελικά να διαχειριστούν τις συνέπειες των αποφάσεων αυτών στις τοπικές κοινωνίες.