Γιατί …όλοι μας χρειαζόμαστε τα παραμύθια.
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα τεράστιο δάσος που σαν κι αυτό δεύτερο δεν το έβρισκες πουθενά. Τα δέντρα του έφταναν μέχρι τον ουρανό, ενώ κάποια από αυτά κουβαλούσαν νόστιμους, λαχταριστούς καρπούς.
Πολλά πουλάκια κάθονταν πάνω στα κλαδάκια τους τιτιβίζοντας χαρούμενα από το πρωί ως το βράδυ και μερικά έχτιζαν στα πιο γερά κλαδιά τις φωλίτσες τους.
Γύρω γύρω από τα δέντρα μοσχομύριζαν λουλούδια πολύχρωμα και οι μελισσούλες χόρευαν από πάνω τους ενθουσιασμένες, τι γλυκό μελάκι που θα έφτιαχναν με την βοήθειά τους! Που και που εμφανίζονταν στο δάσος λαγοί ολόλευκοι σαν χιόνι κι ελάφια που έτρεχαν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο!
Οι άνθρωποι το αγαπούσαν πολύ αυτό το δάσος και κάθε Σαββατοκύριακο έρχονταν εδώ με τις οικογένειές τους. Ήταν πάντα προσεκτικοί όταν έκαναν το πικ – νικ τους κάτω από τα δέντρα, δεν άφηναν κανένα σκουπίδι φεύγοντας.
Στο δάσος αυτό δίπλα από ένα γέρικο έλατο είχε φυτρώσει ένα μανιτάρι. Ήταν κόκκινο με λευκές βούλες και πράγματι ήταν πάρα πολύ όμορφο. Δυστυχώς δεν υπήρχαν άλλα μανιτάρια εκτός απ ’αυτό κι έτσι αισθανόταν συχνά μόνο.
Τα λουλούδια και τα ζωάκια του δάσους προσπάθησαν πολλές φορές να το κάνουν φίλο τους μα εκείνο δεν ήθελε. “Τι να σας κάνω εσάς;” έλεγε.” Έτσι κι αλλιώς εμένα δεν με αγαπάει κανείς, οι άνθρωποι μόνο εσάς θαυμάζουν, εμένα ούτε που με ακουμπούν!”
“Αφού είσαι επικίνδυνο για εκείνους βρε μανιτάρι μου!” του είπε κάποτε ένας σκίουρος την ώρα που πηδούσε από κλαδί σε κλαδί.
“Τι εννοείς;” θέλησε να μάθει το μανιτάρι κάπως θυμωμένα.
“Ε να είσαι δηλητηριώδες κι αν σε φάει κανείς μπορεί να πονέσει πολύ το στομαχάκι του. Για αυτό τον λόγο οι άνθρωποι σε αποφεύγουν, ούτε καν σε αγγίζουν!”
Το μανιτάρι δεν απάντησε, παρά άρχισε μονάχα να σκέφτεται. Κάτι έπρεπε να κάνει, δεν ήταν κατάσταση αυτή! Γιατί οι άνθρωποι να ασχολούνται με όλο το δάσος εκτός από εκείνο; Το μανιτάρι θα τους έδιωχνε, κι έτσι ούτε λουλούδια θα έκοβαν για να στολίσουν το βάζο τους, ούτε θα προτιμούσαν την σκιά των δέντρων, ούτε θα φωτογράφιζαν τα διάφορα ζωάκια.
Το επόμενο πρωί το μανιτάρι μιλούσε επίτηδες μόνο του. “Πω πω δασάκι μου τι κρίμα να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο! Δέντρα ,λουλούδια και ζωάκια είναι δηλητηριασμένα κι όποιος τα πλησιάσει μπορεί να αρρωστήσει. Πω πω τι κρίμα που τώρα οι άνθρωποι θα πρέπει να αναζητήσουν άλλο δάσος. Αχ πόσο μεγάλο κακό σε βρήκε δασάκι!”
Ο άνεμος που ήταν πολύ μεγάλος κουτσομπόλης κι όλη μέρα κι όλη νύχτα του άρεσε να σκορπάει παντού λογάκια και ήχους, σκόρπισε τις κουβέντες του μανιταριού στην πόλη όπου ζούσαν οι άνθρωποι. Εκείνοι φοβήθηκαν και λυπήθηκαν μαζί. Όσο κι αν το επιθυμούσαν δεν θα πήγαιναν ποτέ ξανά στο δάσος, ήταν πλέον επικίνδυνο για την υγεία τους. Το μανιτάρι αισθανόταν πολύ περήφανο με αυτό που είχε καταφέρει με το ψέμα του.
Kαι περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες, περνούσαν τα χρόνια και κανένας άνθρωπος δεν είχε επισκεφτεί ποτέ ξανά το δάσος ,αφού όλοι είχαν πιστέψει ένα ψέμα. Οι άνθρωποι ήταν όλη μέρα στεναχωρημένοι και δίχως δύναμη στο σώμα αφού τους έλειπε το οξυγόνο του δάσους.
Το δάσος ήταν πολύ λυπημένο και τα δέντρα είχαν χάσει σχεδόν όλα τους τα φύλλα και τους καρπούς. Τα πουλάκια δεν έχτιζαν πια φωλίτσες και είχαν σταματήσει το χαρωπό τιτίβισμα. Τα λουλούδια μαραίνονταν και οι μελισσούλες δεν μπορούσαν πια να φτιάξουν μέλι.
Το μανιτάρι κατάλαβε κάποια στιγμή πόσο άσχημο ήταν αυτό που είχε κάνει σε φυτά. ζώα κι ανθρώπους.
“Θα το διορθώσω” αποφάσισε. Με την βοήθεια του ανέμου οι άνθρωποι θα άκουγαν από το στόμα του τούτα τα λόγια: “Το δάσος είναι πάλι ακίνδυνο, μπορείτε να το χαρείτε όπως παλιά και να νιώθετε ευτυχισμένοι στην αγκαλιά της φύσης!”
Και οι άνθρωποι επέστρεψαν κι όλη η χαρά ζωγραφίστηκε στα πρόσωπά τους.
Από τότε το μανιτάρι δεν είπε ποτέ ξανά ψέματα.




