Σε απολύτως εθιμοτυπικό επίπεδο κινήθηκε η παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών στη προχθεσινή συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΚΕΔΕ.
Το “παρών” έδωσαν για περίπου 40 λεπτά ο Υπουργός Εσωτερικών, ο Υφυπουργός Εσωτερικών αρμόδιος για θέματα Αυτοδιοίκησης & Εκλογών και ο νέος Γενικός Γραμματέας Εσωτερικών & Οργάνωσης.
Απηύθυναν στους Αιρετούς ένα σύντομο χαιρετισμό ελάχιστων λεπτών/δευτερολέπτων ο καθένας, χωρίς να εισέλθουν στην ουσία των πολιτικών που θα εφαρμόσουν, χωρίς να ανοίξουν τα χαρτιά τους και χωρίς να ακουστεί καμία λεπτομέρεια για κανένα από τα κρίσιμα θέματα της Αυτοδιοίκησης.
Αρκέστηκαν σε γενικόλογες αναφορές, με τον Υπουργό να υπόσχεται την “Άνοιξη” της Αυτοδιοίκησης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά «έχουμε μια χρυσή ευκαιρία να πετύχουμε μια νέα Άνοιξη στην Αυτοδιοίκηση τη στιγμή που θα συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ύπαρξη της ελεύθερης Ελλάδας ».
Ακόμα και για το νομοσχέδιο που θα κατατεθεί τη Δευτέρα, η σημερινή συζήτηση μόνο διαβούλευση δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς δεν ακούστηκε κανένα στοιχείο περισσότερο από αυτά που ο Υπουργός έχει ήδη (επανειλημμένως και με την ίδια διατύπωση) αναφέρει στη Βουλή και στις τηλεοπτικές εμφανίσεις των τελευταίων ημερών. Και αυτό παρά το ότι έχει δημοσίως υποστηρίξει ότι είναι ήδη «έτοιμοι».
Από τις Παρατάξεις της ΚΕΔΕ, απόντες ήταν οι Επικεφαλής των Παρατάξεων “Νέα Αυτοδιοίκηση” ( κ. Γ. Ιωακειμίδης) και “Ριζοσπαστική Αυτοδιοικητική Πρωτοβουλία” (κ. Δ. Μπίρμπας).
Ο Επικεφαλής της Παράταξης “Αυτοδιοικητικό Κίνημα”, Απόστολος Κοιμήσης, έθεσε εν περιλήψει τα κεντρικά αυτοδιοικητικά θέματα που προέκυψαν ιδίως από τις προγραμματικές δηλώσεις. Έκανε μνεία π.χ. στην κυβερνητική εξαγγελία μεταφοράς του ΕΝΦΙΑ στην Αυτοδιοίκηση, στο νόμο περί δημοσίων συμβάσεων (ν.4412/2016), στη ασφυκτική γραφειοκρατία, στην αναγκαία διακριτότητα των δύο βαθμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επανέφερε την πρόταση στις Κοινότητες άνω των 300 κατοίκων να ισχύσει ό,τι έβγαλε η κάλπη, δηλαδή να είναι Πρόεδρος αυτός που ο λαός εξέλεξε πρώτον. Δεν παρέλειψε μάλιστα να τονίσει την υποβάθμιση του ΥΠΕΣ στη σειρά τάξης των Υπουργείων, που ραγδαία καταποντίστηκε από την πρώτη στη δωδέκατη θέση (εξέλιξη που έχετε διαβάσει στον AIRETO ).
Από το “Συντονισμό Αιρετών” ο Τ. Κανταράς τυπικά ευχήθηκε και αυτός οι Υπουργοί να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους για το καλό της Αυτοδιοίκησης, αναπτύσσοντας ισχυρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτό θα συμβεί, δεδομένου ότι, όπως ανέφερε, η στρατηγική είναι ήδη γνωστή (μνημονιακοί νόμοι, μεσοπρόθεσμο, πρωτογενή πλεονάσματα κλπ περιοριστικές πολιτικές).
Η κα Παντελάκη από τη “Λαϊκή Συσπείρωση” υποστήριξε ότι «το θέμα της κυβερνησιμότητας δεν είναι το υπ’ αριθμόν ένα εμπόδιο αυτή τη στιγμή που έχουμε στο χώρο των Δήμων», αναφέροντας ενδεικτικά σειρά προβλημάτων, όπως οικονομικάκαι θέματα προσωπικού.
Κλείνοντας, ως “είδηση” της συνεδρίασης, αξίζει να σημειωθεί η αναφορά του Προέδρου της ΚΕΔΕ, Γ. Πατούλης, κατά την εισαγωγική του ενημέρωση προς το Δ.Σ., όπου έκανε λόγο για «νομοθετική πρωτοβουλία» που πρόκειται να κατατεθεί από το Υπουργείο Παιδείας για τη δίχρονη προσχολική εκπαίδευση. Η ρύθμιση, όπως περιέγραψε, αναμένεται να είναι στην κατεύθυνση «αναστολής» εφαρμογής μόνο στους Δήμους όπου το Υπουργείο θα διαπιστώσει δυσχέρειες πρακτικής εφαρμογής (έλλειψη αιθουσών) που δεν είναι χρονικά εφικτό να αντιμετωπιστούν.
Το άρθρο 47 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άρθρα του εκλογικού πλαισίου, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται οι δημοτικοί και περιφερειακοί συνδυασμοί, τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων και τη διαδικασία υποβολής των υποψηφιοτήτων στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το άρθρο διατηρεί τη λογική του ενιαίου δημοτικού συνδυασμού. Κάθε παράταξη καταρτίζει έναν συνολικό συνδυασμό για ολόκληρο τον δήμο, με επικεφαλής τον υποψήφιο δήμαρχο και με επιμέρους υποψηφίους ανά εκλογική περιφέρεια και δημοτική κοινότητα. Στο ίδιο ψηφοδέλτιο εντάσσονται:
► οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι,
► οι υποψήφιοι σύμβουλοι κοινότητας,
► καθώς και οι εκπρόσωποι κοινοτήτων έως 300 κατοίκων.
Κάθε δημοτικός συνδυασμός περιλαμβάνει τον υποψήφιο δήμαρχο, τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, τους υποψήφιους συμβούλους δημοτικών κοινοτήτων και τους υποψήφιους εκπροσώπους των δημοτικών κοινοτήτων, σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον των δημοτικών κοινοτήτων.
Ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που πρέπει να περιλαμβάνει ένας δημοτικός συνδυασμός είναι:
α) Για τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών του δημοτικού συμβουλίου με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%).
β) Για τους υποψήφιους συμβούλους και τους εκπροσώπους κάθε δημοτικής κοινότητας, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών κάθε δημοτικής κοινότητας, με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%). Ειδικά στις δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως και τριακοσίους (300)κατοίκους ο συνδυασμός δύναται να έχει έως και τρεις (3) υποψηφίους εκπροσώπους.
γ) Από κάθε φύλο, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των υποψηφίων του οικείου συνδυασμού, συμπεριλαμβανομένου του υποψηφίου δημάρχου και εξαιρουμένων, από τον συνολικό αριθμό των υποψηφίων, των εκπροσώπων δημοτικών κοινοτήτων.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός δύναται να περιλαμβάνει υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους έως και το δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εδρών του δημοτικού συμβουλίου, εφόσον οι υποψήφιοι αυτοί κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών συμπληρώνουν έως και το τριακοστό (30ο) έτος της ηλικίας τους.
► Κάθε συνδυασμός: α) Για τις δημοτικές εκλογές δύναται να περιλαμβάνει:
Έως έναν (1) υποψήφιο, o οποίος εκλέγεται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από έως και δεκαπέντε (15) μέλη.
Έως δύο (2) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από δεκαεννέα (19) έως είκοσι εννέα (29) μέλη.
Έως τρεις (3) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από τριάντα πέντε (35) μέλη και άνω.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός υποβάλλει συνολικό παράβολο ανάλογα με τον πληθυσμό του δήμου.
α) Χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους.
β) Δυο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων και δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων.
γ) τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δέκα χιλιάδων ενός (10.001) κατοίκων και πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων.
δ) πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ πενήντα χιλιάδων ενός (50.001) κατοίκων και εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) κατοίκων.
ε) επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεγαλύτερο των εκατό πενήντα χιλιάδων ενός κατοίκων (150.001).
Σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνοντας για πρώτη φορά την ηλεκτρονική ψηφοφορία τόσο για τις αυτοδιοικητικές εκλογές όσο και για τα συμβουλευτικά δημοτικά δημοψηφίσματα και την ανάδειξη των συμβουλίων νέων.
Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επιχειρεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Μια νέα εκλογική διαδικασία που αργά ή γρήγορα θα επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές, διευκολύνοντας όσους την ημέρα των εκλογών βρίσκονται εκτός του τόπου όπου είναι δημότες.
Αρχή από τις δημοτικές του 2028
Στο επίκεντρο της νέας αρχιτεκτονικής βρίσκεται η δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με ηλεκτρονική ψήφο για την ανάδειξη δημάρχων/δημοτικών συμβουλίων και περιφερειαρχών/περιφερειακών συμβουλίων αρχής γενομένης από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές το 2028.
Ο εκλογέας διατηρεί το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στη φυσική παρουσία και την ηλεκτρονική συμμετοχή, χωρίς να καταργείται η παραδοσιακή μορφή ψηφοφορίας. Ωστόσο, για την αποτροπή της διπλής ψήφου, όσοι επιλέγουν την ηλεκτρονική διαδικασία εγγράφονται σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους και αποκλείονται από την ψηφοφορία με φυσική παρουσία.
Η διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπεται να διεξάγεται σε ειδικά εκλογικά τμήματα ηλεκτρονικής ψήφου που θα λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα υπό την προϋπόθεση να έχουν εγγραφεί τουλάχιστον 30 εκλογείς ανά δήμο, προκειμένου να διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψήφου και η αξιοπιστία της διαδικασίας.