Οριστικό τέλος στα υποθηκοφυλακεία έβαλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των υποθηκοφυλάκων ενάντια στη νέα δομή του κτηματολογίου, επιτρέποντας την υποκατάσταση του παλιού μοντέλου με το νέο, μόλις ιδρυθούν κτηματολογικά γραφεία. Με την απόφαση αυτή κλείνει οριστικά η μακρά διαμάχη υποθηκοφυλάκων- κτηματολογίου, η οποία απειλούσε να τινάξει στον αέρα το πολύπαθο έργο.
Με την απόφαση 1757/2019, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό την πρόεδρο Κατερίνα Σακελλαροπούλου, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η κατάργηση των άμισθων υποθηκοφυλακείων με τον ν. 4512/18 και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους στην «Ελληνικό Κτηματολόγιο» δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Όπως σημειώνει η απόφαση, η σύνταξη κτηματολογίου έχει αναχθεί από το 2001 σε συνταγματική επιταγή. Επιπλέον, το σύστημα που επελέγη είναι κτηματοκεντρικό και όχι προσωποκεντρικό (όπως τα υποθηκοφυλακεία), ενώ η πληροφορία δεν είναι μόνο νομική (όπως στα υποθηκοφυλακεία) αλλά και τεχνική (δηλαδή συνοδεύεται από τον ακριβή εντοπισμό του ακινήτου). Άρα, η αναφορά του άρθρου 92 του Συντάγματος ότι «οι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες μεταγραφών και υποθηκών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις συνάγεται ότι το Σύνταγμα δεν περιέχει εγγύηση θεσμού για τα άμισθα υποθηκοφυλακεία, όπως και για τα υποθηκοφυλακεία εν γένει», αναφέρει η απόφαση. Επομένως, η συνταγματική εγγύηση της νομιμότητας των υποθηκοφυλάκων ισχύει μέχρι την κατάργηση του θεσμού και δεν «απαγορεύει» στο κράτος να επιλέξει άλλο σύστημα καταχώρισης και δημοσιότητας των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.
Ο εξοπλισμός
Με την ίδια απόφαση το ΣτΕ έκρινε ότι ο εξοπλισμός των υποθηκοφυλακείων ανήκει στο κράτος, αφού δεν αποκτήθηκε με την προσωπική περιουσία των υποθηκοφυλάκων, αλλά με ειδική παρακράτηση που υπήρχε σε κάθε καταχωριζόμενη πράξη και επομένως ορθά ο εξοπλισμός αυτός θα πρέπει να μεταφερθεί στα κτηματολογικά γραφεία.
Τέλος, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι η ένταξη όσων προϊσταμένων άμισθων υποθηκοφυλακείων το επιθυμούν σε θέσεις προϊσταμένων ή αναπληρωτών προϊσταμένων (ή να ξαναγίνουν δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι) κτηματολογικών γραφείων δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, ούτε προσβάλλει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, όπως είχαν εκείνοι υποστηρίξει.
Η απόφαση του ΣτΕ κλείνει οριστικά τη μακρά διαμάχη μεταξύ των υποθηκοφυλάκων με την «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Η ένωση των αμίσθων υποθηκοφυλάκων έχει πολλάκις τα προηγούμενα χρόνια στραφεί εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι το έργο έχει σφάλματα και δεν εγγυάται την προστασία της ιδιοκτησίας.
Η δε «Ελληνικό Κτηματολόγιο» υποστηρίζει ότι το σύστημα των υποθηκοφυλακείων ανήκει στο παρελθόν, και από πλευράς οργάνωσης αλλά και επειδή ο τίτλος δεν συνδέεται με τον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης του ακινήτου, ενώ δεν καταγράφει και την περιουσία του Δημοσίου και τις χρησικτησίες.
Τώρα η προσοχή στρέφεται στην οργάνωση της νέας δομής του κτηματολογίου (μια κεντρική υπηρεσία, 17 κτηματολογικά γραφεία και 68 υποκαταστήματα), η οποία έχει καθυστερήσει αρκετά. Μία από τις κύριες αιτίες είναι οι πολύ αυστηρές προδιαγραφές που έχουν τεθεί για την επιλογή των κτιρίων που θα μισθωθούν για τα κτηματολογικά γραφεία και τα υποκαταστήματα, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνονται οι ιδιοκτήτες και να μη συμμετέχουν στους σχετικούς διαγωνισμούς.
Το άρθρο 47 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άρθρα του εκλογικού πλαισίου, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται οι δημοτικοί και περιφερειακοί συνδυασμοί, τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων και τη διαδικασία υποβολής των υποψηφιοτήτων στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το άρθρο διατηρεί τη λογική του ενιαίου δημοτικού συνδυασμού. Κάθε παράταξη καταρτίζει έναν συνολικό συνδυασμό για ολόκληρο τον δήμο, με επικεφαλής τον υποψήφιο δήμαρχο και με επιμέρους υποψηφίους ανά εκλογική περιφέρεια και δημοτική κοινότητα. Στο ίδιο ψηφοδέλτιο εντάσσονται:
► οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι,
► οι υποψήφιοι σύμβουλοι κοινότητας,
► καθώς και οι εκπρόσωποι κοινοτήτων έως 300 κατοίκων.
Κάθε δημοτικός συνδυασμός περιλαμβάνει τον υποψήφιο δήμαρχο, τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, τους υποψήφιους συμβούλους δημοτικών κοινοτήτων και τους υποψήφιους εκπροσώπους των δημοτικών κοινοτήτων, σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον των δημοτικών κοινοτήτων.
Ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που πρέπει να περιλαμβάνει ένας δημοτικός συνδυασμός είναι:
α) Για τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών του δημοτικού συμβουλίου με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%).
β) Για τους υποψήφιους συμβούλους και τους εκπροσώπους κάθε δημοτικής κοινότητας, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών κάθε δημοτικής κοινότητας, με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%). Ειδικά στις δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως και τριακοσίους (300)κατοίκους ο συνδυασμός δύναται να έχει έως και τρεις (3) υποψηφίους εκπροσώπους.
γ) Από κάθε φύλο, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των υποψηφίων του οικείου συνδυασμού, συμπεριλαμβανομένου του υποψηφίου δημάρχου και εξαιρουμένων, από τον συνολικό αριθμό των υποψηφίων, των εκπροσώπων δημοτικών κοινοτήτων.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός δύναται να περιλαμβάνει υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους έως και το δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εδρών του δημοτικού συμβουλίου, εφόσον οι υποψήφιοι αυτοί κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών συμπληρώνουν έως και το τριακοστό (30ο) έτος της ηλικίας τους.
► Κάθε συνδυασμός: α) Για τις δημοτικές εκλογές δύναται να περιλαμβάνει:
Έως έναν (1) υποψήφιο, o οποίος εκλέγεται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από έως και δεκαπέντε (15) μέλη.
Έως δύο (2) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από δεκαεννέα (19) έως είκοσι εννέα (29) μέλη.
Έως τρεις (3) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από τριάντα πέντε (35) μέλη και άνω.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός υποβάλλει συνολικό παράβολο ανάλογα με τον πληθυσμό του δήμου.
α) Χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους.
β) Δυο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων και δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων.
γ) τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δέκα χιλιάδων ενός (10.001) κατοίκων και πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων.
δ) πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ πενήντα χιλιάδων ενός (50.001) κατοίκων και εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) κατοίκων.
ε) επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεγαλύτερο των εκατό πενήντα χιλιάδων ενός κατοίκων (150.001).
Σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνοντας για πρώτη φορά την ηλεκτρονική ψηφοφορία τόσο για τις αυτοδιοικητικές εκλογές όσο και για τα συμβουλευτικά δημοτικά δημοψηφίσματα και την ανάδειξη των συμβουλίων νέων.
Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επιχειρεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Μια νέα εκλογική διαδικασία που αργά ή γρήγορα θα επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές, διευκολύνοντας όσους την ημέρα των εκλογών βρίσκονται εκτός του τόπου όπου είναι δημότες.
Αρχή από τις δημοτικές του 2028
Στο επίκεντρο της νέας αρχιτεκτονικής βρίσκεται η δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με ηλεκτρονική ψήφο για την ανάδειξη δημάρχων/δημοτικών συμβουλίων και περιφερειαρχών/περιφερειακών συμβουλίων αρχής γενομένης από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές το 2028.
Ο εκλογέας διατηρεί το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στη φυσική παρουσία και την ηλεκτρονική συμμετοχή, χωρίς να καταργείται η παραδοσιακή μορφή ψηφοφορίας. Ωστόσο, για την αποτροπή της διπλής ψήφου, όσοι επιλέγουν την ηλεκτρονική διαδικασία εγγράφονται σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους και αποκλείονται από την ψηφοφορία με φυσική παρουσία.
Η διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπεται να διεξάγεται σε ειδικά εκλογικά τμήματα ηλεκτρονικής ψήφου που θα λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα υπό την προϋπόθεση να έχουν εγγραφεί τουλάχιστον 30 εκλογείς ανά δήμο, προκειμένου να διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψήφου και η αξιοπιστία της διαδικασίας.