Συχνά έρχονται στην επικαιρότητα, σημαντικά γεγονότα, πανελλήνιας εμβέλειας. Πολλά απ’ αυτά απασχολούν την ελληνική κοινωνία για δεκαετίες. Κάποια έγιναν πρωτοσέλιδα του ξένου τύπου. Δυσφημίζουν τον τόπο αλλά πέρα βρέχει. Ειδικοί τα ψιλοκοσκίνισαν, τα ανέλυσαν, τα έκριναν. Παραδόθηκαν στον ελληνικό λαό προκειμένου ν’ αποφανθεί. Εμείς οι κάποιας ηλικίας, που μεγαλώσαμε κάτω από περίεργες καταστάσεις, αποκτήσαμε ανουσία σε πισωγυρίσματα της κοινωνίας. Ίδια γεύση, όχι μόνο από τη μεταπολίτευση και μετά. Από της απελευθέρωσης του ελληνικού κράτους, συμβαίνουν απαράδεκτα γεγονότα. Ίσως αναλογισθεί κάποιος. Μήπως αυτά είναι που μας δίνουν ώθηση και πορευόμαστε. Βέβαια τέτοια εκτίμηση ούτε για αστείο δε λαμβάνεται.
Αναφέρομαι στα οικονομικά σκάνδαλα κυβερνητικών παραγόντων που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία, από τη μεταπολίτευση και μετά. Κάθε εναλλαγή στην Κυβέρνηση, ανάμεσα στη Ν.Δ., στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., στον ΣΥΡΙΖΑ τώρα, γίνεται στη βάση καταγγελιών για σειρά οικονομικών σκανδάλων. Ευθύνονται οι θορυβώδεις καταγγελίες γι’ αυτά. Αντικατέστησαν τις προγραμματικές θέσεις της Αντιπολίτευσης. Ακούγονται ηθικές εκστρατείες για κάθαρση, για επανίδρυση κράτους δικαίου. Συνθήματα όπως έξω οι κλέφτες, κυριαρχούν έναντι του προγραμματικού λόγου στην ελληνική πολιτική ζωή. Ποιος ευθύνεται για όλη αυτή τη διολίσθηση της πολιτικής ζωής; Δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας. Μάλλον ξεφεύγει από τις δικές μου δυνάμεις ν’ αξιολογήσω τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό πολιτικό σύστημα, υποβάλλεται σε έλεγχο και λογοδοτεί. Η εμπλοκή όμως του πολιτικού κόσμου σ’ αυτή τη σκανδαλολογία πληρώνεται. Από τον πολιτικό κόσμο αλλά, δυστυχώς και από την κοινωνία. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν εναντίον των διώξεων των πολιτικών διά των δικαστηρίων. Τον πολιτικό των αποστέλλουν στην οικία του οι ψηφοφόροι.
Αυτή την περίοδο η Βουλή των Ελλήνων διανύει το τέταρτο έτος της θητείας της. Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούν η σκανδαλολογία, η διαφθορά, οι μίζες. Με την ανακύκλωση οικονομικών σκανδάλων, η χώρα παραπαίει, η Κυβέρνηση προβάλλει χειροπέδες και η Αντιπολίτευση αμύνεται. Τα τελευταία γεγονότα όμως της δίνουν, της Αντιπολίτευσης, την ευκαιρία να επιτίθεται κατά ριπάς, εναντίον της Κυβέρνησης. Εφαρμόζει την ποδοσφαιρική αρχή, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Το κλίμα φορτίζεται ακόμη περισσότερο όταν κορυφαία στελέχη της Κυβέρνησης υποστηρίζουν πως αν κλείσουν φυλακή, κάποιους από αντίπαλα στρατόπεδα, κερδίζονται οι εθνικές εκλογές. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, έκδοση καταδικαστικών αποφάσεων με βάση δικούς τους κανόνες δικαίου. Αυτά δημιουργεί η ανακύκλωση των σκανδάλων.
Η παραίτηση του Βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη από το αξίωμα του υφυπουργού, συζητήθηκε ευρύτατα.
Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναδείχτηκε και σαν αδυναμία τον των εκάστοτε κυβερνήσεων, να προασπίζουν σημαντικές αρχές.
Αρχές στις οποίες υποσχέθηκαν να κάνουν σημαία τους, όταν έρθουν στην εξουσία.
Γι’ αυτό οι λόγοι που ώθησαν σε παραίτηση των υφυπουργό, δεν ήταν απλό θέμα της Αντιπολίτευσης η οποία έφερε στην επικαιρότητα τα στοιχεία.
Η μεγάλη δυσφορία φάνηκε στην ελληνική οικογένεια.
Σ’ αυτή που πασχίζει καθημερινά να μορφώσει τα παιδιά της.
Θεωρήθηκε μία απίστευτη κοροϊδία για την ίδια. Αλλά και για το μακροχρόνιο συνεχή αγώνα των δικών της παιδιών.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικογένεια επιδίδεται σ’ έναν αγώνα για ευρύτερες σπουδές των παιδιών της.
Στα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκούσε το ΑπολυτήριοΛυκείου για την κατάληψη ευνοϊκής θέσης στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό τομέα.
Με το πέρασμα των χρόνων, το απολυτήριο δεν ήταν αρκετό.
Ζητήθηκε πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ.
Στις αρχές του αιώνα που διανύεται, όλο και περισσότεροι στράφηκαν στις μεταπτυχιακές σπουδές ή στο δεύτερο ή τρίτο πτυχίο.
Η καθημερινότητα διδάσκει ότι γύρω μας κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι αυτομορφώθηκαν χωρίς να διέλθουν την πύλη Πανεπιστημιακής Σχολής.
Έτσι ξεχώρισαν ως πολιτικοί άνθρωποι με μέτριες σπουδές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για την κατάληψη μία σημαντικής θέσης, παύει να ισχύει προϋπόθεση ενός συγκεκριμένου πτυχίου.
Η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε πολιτικά γιατί πρόβαλε ένα όραμα.
Να οδηγήσει την Ελλάδα στην οδό της σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Ανάμεσα στα άλλα κατέκρινε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναξιοκρατία που κυριαρχούσε.
Υποσχόταν θεαματικές αλλαγές στην επιλογή των προσώπων διοίκησης του κράτους.
Κατάρτισε μάλιστα μία λίστα εκατοντάδων προσοντούχων ώστε να στελεχωθεί η δημόσια διοίκηση από κατάλληλους και ικανούς υπαλλήλους.
Ο παραιτηθείς υφυπουργός έκανε την υπέρβαση.
Χρησιμοποίησε για το διορισμό του κάποιο δικαιολογητικό που δεν ανταποκρινόταν στις σαφείς οδηγίες πρόσληψης.
Το γεγονός καταγγέλθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση.
Προηγήθηκε της παραίτησης μία ατυχής μακρά συζήτηση με σκοπό τον απόπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Ειπώθηκε δηλαδή ότι για την εκλογή του βουλευτή δεν απαιτούνται πτυχία.
Η επίμαχη όμως καταγγελία αναφερόταν στο ψεύδος του συγκεκριμένου βουλευτή.
Όλη αυτή η υπόθεση έφερε στην επικαιρότητα τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Μία κατηγορία υπαλλήλων που σε κάθε μία κυβέρνηση, αυξάνονται κατά τριάντα ή σαράντα τοις εκατό.
Διάβασα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, προτίθεται να προτείνει την αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά τριακόσιους, όσοι και οι βουλευτές.
Η περίπτωση του υφυπουργού, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την καθιέρωση κάποιων προσόντων στους μετακλητούς υπαλλήλους για το καλό της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και την επιβράβευση όσων κοπιάσουν στα γράμματα.