Με την έναρξη του νέου έτους 2021, ο Πρωθυπουργός της χώρας, προχώρησε στον ανασχηματισμό της Κυβέρνησής του. Είχε αρχίσει η συζήτησή του από πολύ ενωρίς. Άλλωστε στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής περίεργο.
Από την επομένη των εθνικών εκλογών, δύο θέματα μονοπωλούν την επικαιρότητα.
Οι επόμενες εθνικές εκλογές και ο ανασχηματισμός. Θεωρητικά ο ανασχηματισμός γίνεται όταν είναι φανερή η αδυναμία του κυβερνητικού σχήματος να συντονιστεί και να αποδώσει έργο.
Αλλά ποιος Πρωθυπουργός παραδέχεται ότι η Κυβέρνησή του παρουσιάζει τρανταχτές αδυναμίες.
Κάπου – κάπου διαρρέουν πληροφορίες για αστοχίες μελών της Κυβέρνησης, αλλά ως εκεί.
Ο πολιτικός χρόνος δε σχετίζεται με την εκτέλεση ενός προκαθορισμένου κυβερνητικού έργου στη διάρκεια της τετραετίας. Κεντρικός στόχος της κυβέρνησης είναι να δημιουργήσει και να καλλιεργήσει τις συνθήκες για την επικράτηση στις επόμενες εθνικές εκλογές, όποτε αυτές πραγματοποιηθούν.
Έτσι ο ανασχηματισμός θεωρείται κυρίαρχο εργαλείο για την επίτευξη του στόχου αυτού.
Μόλις είδε το φως της δημοσιότητας, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δομικός.
Διαψεύστηκαν φήμες που κυκλοφορούσαν για περισσότερο άνοιγμα προς το κέντρο με την εισαγωγή στην Κυβέρνηση στελεχών του.
Αντίθετα διαπιστώθηκε στροφή του Πρωθυπουργού προς την παραδοσιακή βάση της παράταξής του.
Ίσως θεωρεί ότι είναι κυρίαρχος στον κεντρώο χώρο. Εκείνο που του χρειαζόταν ήταν να αποδείξει στο δεξιό ακροατήριο ότι το σέβεται και το αξιοποιεί… Μάλιστα αυτό συνέβη χωρίς να υπάρχει ξεχωριστή πίεση.
Με την πάροδο του χρόνου, οι όποιες καλές εντυπώσεις για το έργο της Κυβέρνησης, προοδευτικά μειώνονται.
Τα προβλήματα, όχι μόνο στην υγεία λόγω της πανδημίας αλλά στην οικονομία, στην εργασία, στην παιδεία, στην εξωτερική πολιτική, πολλαπλασιάζονται. Ασκείται πίεση προς την Κυβέρνηση η οποία όλο και αυξάνεται.
Επιστρατεύεται ο ανασχηματισμός σαν εφαλτήριο επανεκκίνησης, χωρίς όμως να θεωρείται ικανός να από-προσανατολίσει την κοινή γνώμη.
Ο εκάστοτε Πρωθυπουργός έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα ρεύματα στην κοινή γνώμη με τα γκάλοπ που κάνει η παράταξη. Διαπιστώνει εάν η εκλογική του επιρροή μειώνεται και ανάλογα πράττει.
Αποτελεί προνόμιό του να προσφύγει σε πρόωρες εθνικές εκλογές. Το πολυπληθές κυβερνητικό σχήμα με την είσοδο και νέων βουλευτών σ’ αυτό, είναι μια ένδειξη εκλογικής ετοιμότητας.
Άλλωστε οι μετακινήσεις υπουργών, παρά την επιτυχή πορεία τους στον τομέα τους, αυτό δείχνει.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τάκη Βορίδη. Μετακινήθηκε στο υπουργείο εσωτερικών, σημαντικό στη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών, αντί του κ. Τάκη Θεοδωρικάκου, που, λέγεται, δε συμβάδιζε με το πνεύμα της Κυβέρνησης.
Ανεξάρτητα όμως τι λέγεται, η πορεία όχι μόνο της πανδημίας αλλά και των άλλων προβλημάτων που συσ-σωρεύονται και απαιτούν λύσεις, θα δείξουν την επιτυχία ή όχι του ανασχηματισμού.
Η παραίτηση του Βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη από το αξίωμα του υφυπουργού, συζητήθηκε ευρύτατα.
Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναδείχτηκε και σαν αδυναμία τον των εκάστοτε κυβερνήσεων, να προασπίζουν σημαντικές αρχές.
Αρχές στις οποίες υποσχέθηκαν να κάνουν σημαία τους, όταν έρθουν στην εξουσία.
Γι’ αυτό οι λόγοι που ώθησαν σε παραίτηση των υφυπουργό, δεν ήταν απλό θέμα της Αντιπολίτευσης η οποία έφερε στην επικαιρότητα τα στοιχεία.
Η μεγάλη δυσφορία φάνηκε στην ελληνική οικογένεια.
Σ’ αυτή που πασχίζει καθημερινά να μορφώσει τα παιδιά της.
Θεωρήθηκε μία απίστευτη κοροϊδία για την ίδια. Αλλά και για το μακροχρόνιο συνεχή αγώνα των δικών της παιδιών.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικογένεια επιδίδεται σ’ έναν αγώνα για ευρύτερες σπουδές των παιδιών της.
Στα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκούσε το ΑπολυτήριοΛυκείου για την κατάληψη ευνοϊκής θέσης στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό τομέα.
Με το πέρασμα των χρόνων, το απολυτήριο δεν ήταν αρκετό.
Ζητήθηκε πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ.
Στις αρχές του αιώνα που διανύεται, όλο και περισσότεροι στράφηκαν στις μεταπτυχιακές σπουδές ή στο δεύτερο ή τρίτο πτυχίο.
Η καθημερινότητα διδάσκει ότι γύρω μας κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι αυτομορφώθηκαν χωρίς να διέλθουν την πύλη Πανεπιστημιακής Σχολής.
Έτσι ξεχώρισαν ως πολιτικοί άνθρωποι με μέτριες σπουδές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για την κατάληψη μία σημαντικής θέσης, παύει να ισχύει προϋπόθεση ενός συγκεκριμένου πτυχίου.
Η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε πολιτικά γιατί πρόβαλε ένα όραμα.
Να οδηγήσει την Ελλάδα στην οδό της σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Ανάμεσα στα άλλα κατέκρινε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναξιοκρατία που κυριαρχούσε.
Υποσχόταν θεαματικές αλλαγές στην επιλογή των προσώπων διοίκησης του κράτους.
Κατάρτισε μάλιστα μία λίστα εκατοντάδων προσοντούχων ώστε να στελεχωθεί η δημόσια διοίκηση από κατάλληλους και ικανούς υπαλλήλους.
Ο παραιτηθείς υφυπουργός έκανε την υπέρβαση.
Χρησιμοποίησε για το διορισμό του κάποιο δικαιολογητικό που δεν ανταποκρινόταν στις σαφείς οδηγίες πρόσληψης.
Το γεγονός καταγγέλθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση.
Προηγήθηκε της παραίτησης μία ατυχής μακρά συζήτηση με σκοπό τον απόπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Ειπώθηκε δηλαδή ότι για την εκλογή του βουλευτή δεν απαιτούνται πτυχία.
Η επίμαχη όμως καταγγελία αναφερόταν στο ψεύδος του συγκεκριμένου βουλευτή.
Όλη αυτή η υπόθεση έφερε στην επικαιρότητα τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Μία κατηγορία υπαλλήλων που σε κάθε μία κυβέρνηση, αυξάνονται κατά τριάντα ή σαράντα τοις εκατό.
Διάβασα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, προτίθεται να προτείνει την αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά τριακόσιους, όσοι και οι βουλευτές.
Η περίπτωση του υφυπουργού, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την καθιέρωση κάποιων προσόντων στους μετακλητούς υπαλλήλους για το καλό της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και την επιβράβευση όσων κοπιάσουν στα γράμματα.