Η τελετή παράδοσης παραλαβής από τον ένα φορέα εξουσίας στον άλλο τείνει να ταυτιστεί με το τελετουργικό που παρακολουθούμε από τα μέσα ενημέρωσης στην παράδοση των υπουργείων. Μια τυπική διαδικασία που ακούγονται άλλα τόσα τυπικά και σχεδόν πάντα κοινότυπα μέσα από τις δηλώσεις των απερχόμενων και των νεοεισερχόμενων εκπροσώπων της εξουσίας.
Με τον τρόπο αυτό μας διαφεύγει εντελώς πως η λειτουργία των θεσμικών φορέων πρέπει στην ουσία της να είναι πολιτική. Πολιτική με την έννοια ότι αποβλέπει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων και συνθηκών που υπηρετούν τον πολίτη και το δημόσιο συμφέρον.
Και δεν νοείται δημόσιο συμφέρον χωρίς να υπάρχουν και να λειτουργούν κανόνες ανοιχτοί στον κριτικό έλεγχο.
Και ο έλεγχος για να είναι εφικτός και ουσιαστικός πρέπει η κάθε διαδικασία είναι διαφανής και προσβάσιμη σε όλους.
Όσο λοιπόν δεν εφαρμόζονται τέτοιες διαδικασίες, οι πολίτες εθίζονται στα τυπικά τελετουργικά της παράδοσης – παραλαβής της εξουσίας και δέχονται τη γνωστή καραμέλα περί «καμένης γης».
Και επειδή η εγγύτητα συμβάλλει αναμφισβήτητα στην τριβή με τέτοιου είδους διαδικασίες, η παράδοση από τη μια στην επόμενη δημοτική αρχή είναι μια διαδικασία η οποία όχι μόνο πρέπει να γίνεται αλλά και να είναι ιδιαίτερα προβεβλημένη. Και μπορεί να μην προβλέπεται, όπως είχε αναφέρει η δημοτική αρχή Λουκόπουλου, η οποία δεν πήγε επίσημα να ενημερωθεί και να παραλάβει από τη δημοτική αρχή Μπουλέ, όμως η ουσία της πολιτικής βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου είναι δυνατός ο τεκμηριωμένος και ουσιαστικός έλεγχος.
Όταν δηλαδή ο πολίτης γνωρίζει ακριβώς τι παραδίδει ο προηγούμενος εκπρόσωπός του και τι παραλαμβάνει ο επόμενος εκπρόσωπός του. Γιατί την εκάστοτε διοίκηση την επιλέγει πάντα η ίδια η κοινωνία και αυτή οφείλει να την ελέγχει.
Θα ήταν καλό και ιδιαίτερα χρήσιμο αυτές τις λιγοστές πλέον μέρες πριν την ανάληψη των καθηκόντων από τη νέα διοίκηση, η οποία λόγω Κλεισθένη θα αποτελείται από συνεργαζόμενες – συμπράττουσες παρατάξεις, να γίνει, πέρα από τη δημόσια ανακοίνωση των θέσεων της κάθε παράταξης και των όρων συνεργασίας τους και μια ουσιαστική διαδικασία παράδοσης και παραλαβής με καταγεγραμμένα στοιχεία από τις υπηρεσίες του δήμου.
Με αυτό τον τρόπο υπηρετείται η διαφάνεια και περιορίζεται ο λαϊκισμός του τύπου εμείς τα κάναμε όλα ή τα βρήκαμε όλα διαλυμένα.
Και στο δικό μας δήμο η διαδικασία αυτή πολιτικά επιβάλλεται, όχι μόνο για τα έργα αλλά και για τον εξοπλισμό του δήμου, αφού μέχρι και σήμερα και παρά τις επανειλημμένες παρατηρήσεις του ορκωτού ελεγκτή για την αναγκαιότητα δημιουργίας και λειτουργίας Αποθήκης του Δήμου, δεν έχει δημιουργηθεί ούτε λειτουργεί Αποθήκη με αποτέλεσμα να μην είναι οργανωμένο και απόλυτα ελεγχόμενο το θέμα του εξοπλισμού του δήμου.
Και είναι βέβαιο ότι όταν κάτι δεν είναι καλά οργανωμένο δυσκολεύει τον έλεγχο και αφήνει πολύ μεγάλα περιθώρια «πολιτικής εκμετάλλευσης».
Ας μην χαθεί λοιπόν η ευκαιρία να εμπεδωθεί η διαδικασία της διαφανούς και ουσιαστικής παράδοσης και παραλαβής της εξουσίας.
Ακόμα κι αν η απερχόμενη δημοτική αρχή θελήσει να το αποφύγει, η νέα διοίκηση των συνεργαζόμενων παρατάξεων οφείλει να το ζητήσει και η ίδια η κοινωνία να ασκήσει πίεση και να το απαιτήσει, γιατί μόνο τότε διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον.
# Δημοσιεύθηκε στην Ηλεκτρονική εφημερίδα Nafsweekπου κάθε Παρασκευή φτάνει στα e–mail των συνδρομητών μας
Το άρθρο 47 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άρθρα του εκλογικού πλαισίου, καθώς καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται οι δημοτικοί και περιφερειακοί συνδυασμοί, τις προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων και τη διαδικασία υποβολής των υποψηφιοτήτων στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το άρθρο διατηρεί τη λογική του ενιαίου δημοτικού συνδυασμού. Κάθε παράταξη καταρτίζει έναν συνολικό συνδυασμό για ολόκληρο τον δήμο, με επικεφαλής τον υποψήφιο δήμαρχο και με επιμέρους υποψηφίους ανά εκλογική περιφέρεια και δημοτική κοινότητα. Στο ίδιο ψηφοδέλτιο εντάσσονται:
► οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι,
► οι υποψήφιοι σύμβουλοι κοινότητας,
► καθώς και οι εκπρόσωποι κοινοτήτων έως 300 κατοίκων.
Κάθε δημοτικός συνδυασμός περιλαμβάνει τον υποψήφιο δήμαρχο, τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, τους υποψήφιους συμβούλους δημοτικών κοινοτήτων και τους υποψήφιους εκπροσώπους των δημοτικών κοινοτήτων, σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον των δημοτικών κοινοτήτων.
Ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που πρέπει να περιλαμβάνει ένας δημοτικός συνδυασμός είναι:
α) Για τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών του δημοτικού συμβουλίου με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%).
β) Για τους υποψήφιους συμβούλους και τους εκπροσώπους κάθε δημοτικής κοινότητας, ίσος τουλάχιστον με τον αριθμό των εδρών κάθε δημοτικής κοινότητας, με δυνατότητα προσαύξησης έως και εκατό τοις εκατό (100%). Ειδικά στις δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως και τριακοσίους (300)κατοίκους ο συνδυασμός δύναται να έχει έως και τρεις (3) υποψηφίους εκπροσώπους.
γ) Από κάθε φύλο, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των υποψηφίων του οικείου συνδυασμού, συμπεριλαμβανομένου του υποψηφίου δημάρχου και εξαιρουμένων, από τον συνολικό αριθμό των υποψηφίων, των εκπροσώπων δημοτικών κοινοτήτων.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός δύναται να περιλαμβάνει υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους έως και το δέκα τοις εκατό (10%) του αριθμού των εδρών του δημοτικού συμβουλίου, εφόσον οι υποψήφιοι αυτοί κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών συμπληρώνουν έως και το τριακοστό (30ο) έτος της ηλικίας τους.
► Κάθε συνδυασμός: α) Για τις δημοτικές εκλογές δύναται να περιλαμβάνει:
Έως έναν (1) υποψήφιο, o οποίος εκλέγεται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από έως και δεκαπέντε (15) μέλη.
Έως δύο (2) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από δεκαεννέα (19) έως είκοσι εννέα (29) μέλη.
Έως τρεις (3) υποψήφιους, οι οποίοι εκλέγονται άνευ σταυρού προτίμησης, εφόσον το δημοτικό συμβούλιο αποτελείται από τριάντα πέντε (35) μέλη και άνω.
► Κάθε δημοτικός συνδυασμός υποβάλλει συνολικό παράβολο ανάλογα με τον πληθυσμό του δήμου.
α) Χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό έως δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους.
β) Δυο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δύο χιλιάδων ενός (2.001) κατοίκων και δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων.
γ) τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ δέκα χιλιάδων ενός (10.001) κατοίκων και πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων.
δ) πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεταξύ πενήντα χιλιάδων ενός (50.001) κατοίκων και εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) κατοίκων.
ε) επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ για δήμους με πληθυσμό μεγαλύτερο των εκατό πενήντα χιλιάδων ενός κατοίκων (150.001).
Σημαντική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνοντας για πρώτη φορά την ηλεκτρονική ψηφοφορία τόσο για τις αυτοδιοικητικές εκλογές όσο και για τα συμβουλευτικά δημοτικά δημοψηφίσματα και την ανάδειξη των συμβουλίων νέων.
Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που επιχειρεί να μεταφέρει σημαντικό μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Μια νέα εκλογική διαδικασία που αργά ή γρήγορα θα επεκταθεί και στις εθνικές εκλογές, διευκολύνοντας όσους την ημέρα των εκλογών βρίσκονται εκτός του τόπου όπου είναι δημότες.
Αρχή από τις δημοτικές του 2028
Στο επίκεντρο της νέας αρχιτεκτονικής βρίσκεται η δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με ηλεκτρονική ψήφο για την ανάδειξη δημάρχων/δημοτικών συμβουλίων και περιφερειαρχών/περιφερειακών συμβουλίων αρχής γενομένης από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές το 2028.
Ο εκλογέας διατηρεί το δικαίωμα επιλογής ανάμεσα στη φυσική παρουσία και την ηλεκτρονική συμμετοχή, χωρίς να καταργείται η παραδοσιακή μορφή ψηφοφορίας. Ωστόσο, για την αποτροπή της διπλής ψήφου, όσοι επιλέγουν την ηλεκτρονική διαδικασία εγγράφονται σε ειδικούς εκλογικούς καταλόγους και αποκλείονται από την ψηφοφορία με φυσική παρουσία.
Η διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας προβλέπεται να διεξάγεται σε ειδικά εκλογικά τμήματα ηλεκτρονικής ψήφου που θα λειτουργούν σε ολόκληρη τη χώρα υπό την προϋπόθεση να έχουν εγγραφεί τουλάχιστον 30 εκλογείς ανά δήμο, προκειμένου να διασφαλίζεται η μυστικότητα της ψήφου και η αξιοπιστία της διαδικασίας.