Έχω πάψει πλέον να μετράω τις μέρες καραντίνας αφού γνωρίζω ότι σαφώς ο αριθμός είναι ακόμη διψήφιος.
(Έτσι και ήταν τριψήφιος θα φορούσα από μόνη μου δίχως εξαναγκασμούς και πιέσεις τον ζουρλομανδύα!)
Με πρόσωπο που χρήζει μιας σχετικής πάστρας αφού η τσίμπλα έχει κολλήσει σαν ρετσίνι στις γωνίες των ματιών μου, κατευθύνομαι προς το μπάνιο.
“Ασβεστώνοντας” τα μούτρα μου με μια μάσκα που και καλά θα έκανε θαύματα βάζω πλυντήριο για να περάσει η ώρα που οφείλω να την αφήσω ώστε να δράσει σωστά.
Αγγίζοντάς την κάποια στιγμή κι αφού αντιλαμβάνομαι ότι έχει αποκτήσει πλέον την υφή τσιμέντου αποφασίζω να την αφαιρέσω με την βοήθεια του νερού.
Αφού έχω καταναλώσει περισσότερο νερό απ’ όσο κουβαλάει ο Δούναβης κι ο Αλιάκμονας μαζί, περιμένω να δω το αποτέλεσμα.
Το περίφημο θαύμα τελικά δεν έγινε ποτέ κι εκνευρισμένη βάζω την φθηνή κρέμα ημέρας.
Κοψομεσιασμένη από την πολύ ξάπλα (Ναι πείτε με και τεμπέλα τώρα, η καραντίνα φταίει!) ανοίγω την τηλεόραση.
Μια ολόλευκη σαν χιόνι εικόνα ερεθίζει τα οπτικά μου νεύρα. Μια κομψή γαβάθα γεμάτη με αφράτους κουραμπιέδες γεμίζει απ΄ άκρη σ’ άκρη την οθόνη της τηλεορασάρας μου την οποία μεταξύ μας ακόμη να ξεχρεώσω.
Οι μορφασμοί μου εναλλάσσονται υποδηλώνοντας ωστόσο όλοι μονάχα ένα: I want those koutambiedes right now! Από το απέναντι διαμέρισμα που συνηθίζουν να έχουν τα παράθυρα ορθάνοιχτα ακούγεται η Μαίρη Χρονοπούλου και ο ύμνος “Του αγοριού απέναντι”.
Αγόρι δεν έχω εδώ και καιρό για να το αφιερώσω αφού με παράτησε για μια “όρκα” που του κουνήθηκε, οπότε στρέφω την αφιέρωσή μου στους φίλτατους κουραμπιέδες.
“Toυ κουραμπιέ απέναντι, πείτε του πως τον θέλω” φαλτσάρω χειρότερα κι από γνωστό κομμωτή σε μουσικό σόου( ‘Έλα τώρα που δεν καταλάβατε!) και σημειώνω την συνταγή.
Τα μισά υλικά μου λείπουν και το σουπερμάρκετ απέχει κάμποσο.
Το πορτοφόλι μου δηλώνει “μαγκωμένο” το έπιασαν ξαφνικά οι τσιγκουνιές. Ανοίγω την ταμπακιέρα να στρίψω ένα τσιγάρο μπας και σκεφτώ καλύτερα.
Όσο περνάει η ώρα τόσο μεγαλώνει η λαχτάρα μου για αυτούς.
Η μνήμη στερεώνει ξάφνου μια μπάρα ως εμπόδιο μπροστά μου. “Κάθε φορά που έφτιαχνες κουραμπιέδες ή τους έκαιγες ή τους άφηνες άψητους.
Είναι φανερό πως δεν υπάρχει δίλημμα παρά μονάχα η λύση του κυρ Γρηγόρη απέναντι!” με μαλώνει.
Φορώντας όπως— όπως τις φόρμες μου και την μάσκα τρέχω στον φούρνο απέναντι.
Ύστερα από λίγα λεπτά κρατάω στα χέρια μου δύο κιλά από το αντικείμενο του πόθου μου κι ένα άδειο πορτοφόλι…
Η παραίτηση του Βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη από το αξίωμα του υφυπουργού, συζητήθηκε ευρύτατα.
Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναδείχτηκε και σαν αδυναμία τον των εκάστοτε κυβερνήσεων, να προασπίζουν σημαντικές αρχές.
Αρχές στις οποίες υποσχέθηκαν να κάνουν σημαία τους, όταν έρθουν στην εξουσία.
Γι’ αυτό οι λόγοι που ώθησαν σε παραίτηση των υφυπουργό, δεν ήταν απλό θέμα της Αντιπολίτευσης η οποία έφερε στην επικαιρότητα τα στοιχεία.
Η μεγάλη δυσφορία φάνηκε στην ελληνική οικογένεια.
Σ’ αυτή που πασχίζει καθημερινά να μορφώσει τα παιδιά της.
Θεωρήθηκε μία απίστευτη κοροϊδία για την ίδια. Αλλά και για το μακροχρόνιο συνεχή αγώνα των δικών της παιδιών.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικογένεια επιδίδεται σ’ έναν αγώνα για ευρύτερες σπουδές των παιδιών της.
Στα πρώτα χρόνια μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκούσε το ΑπολυτήριοΛυκείου για την κατάληψη ευνοϊκής θέσης στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό τομέα.
Με το πέρασμα των χρόνων, το απολυτήριο δεν ήταν αρκετό.
Ζητήθηκε πτυχίο Πανεπιστημίου ή ΤΕΙ.
Στις αρχές του αιώνα που διανύεται, όλο και περισσότεροι στράφηκαν στις μεταπτυχιακές σπουδές ή στο δεύτερο ή τρίτο πτυχίο.
Η καθημερινότητα διδάσκει ότι γύρω μας κυκλοφορούν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι αυτομορφώθηκαν χωρίς να διέλθουν την πύλη Πανεπιστημιακής Σχολής.
Έτσι ξεχώρισαν ως πολιτικοί άνθρωποι με μέτριες σπουδές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι για την κατάληψη μία σημαντικής θέσης, παύει να ισχύει προϋπόθεση ενός συγκεκριμένου πτυχίου.
Η Νέα Δημοκρατία κυριάρχησε πολιτικά γιατί πρόβαλε ένα όραμα.
Να οδηγήσει την Ελλάδα στην οδό της σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
Ανάμεσα στα άλλα κατέκρινε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναξιοκρατία που κυριαρχούσε.
Υποσχόταν θεαματικές αλλαγές στην επιλογή των προσώπων διοίκησης του κράτους.
Κατάρτισε μάλιστα μία λίστα εκατοντάδων προσοντούχων ώστε να στελεχωθεί η δημόσια διοίκηση από κατάλληλους και ικανούς υπαλλήλους.
Ο παραιτηθείς υφυπουργός έκανε την υπέρβαση.
Χρησιμοποίησε για το διορισμό του κάποιο δικαιολογητικό που δεν ανταποκρινόταν στις σαφείς οδηγίες πρόσληψης.
Το γεγονός καταγγέλθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση.
Προηγήθηκε της παραίτησης μία ατυχής μακρά συζήτηση με σκοπό τον απόπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Ειπώθηκε δηλαδή ότι για την εκλογή του βουλευτή δεν απαιτούνται πτυχία.
Η επίμαχη όμως καταγγελία αναφερόταν στο ψεύδος του συγκεκριμένου βουλευτή.
Όλη αυτή η υπόθεση έφερε στην επικαιρότητα τους μετακλητούς υπαλλήλους.
Μία κατηγορία υπαλλήλων που σε κάθε μία κυβέρνηση, αυξάνονται κατά τριάντα ή σαράντα τοις εκατό.
Διάβασα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, προτίθεται να προτείνει την αύξηση των μετακλητών υπαλλήλων κατά τριακόσιους, όσοι και οι βουλευτές.
Η περίπτωση του υφυπουργού, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την καθιέρωση κάποιων προσόντων στους μετακλητούς υπαλλήλους για το καλό της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και την επιβράβευση όσων κοπιάσουν στα γράμματα.