Αποσπάσματα από το «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» (έκδοση της Εστίας) και το Ημερολόγιο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν:

«Ελλάδα! Φάνταζε πια στα μάτια μου η μεγάλη πατρίδα του πνεύματος… Στον Πειραιά μέτρησα 130 σπίτια… Ενώ ποτίζανε τα άλογά μας δροσερό νερό, ήρθαν μερικοί ζητιάνοι με μεγάλες ντενεκεδένιες γαβάθες. Δώσαμε κάτι σε όλους, επειδή ήταν βέβαια Έλληνες … Οι Έλληνες είναι ένας έξυπνος λαός …
Η Αθήνα μού φάνηκε τόσο μικρή … έμοιαζε με μια πόλη που την είχαν χτίσει για την αγορά που τώρα γινόταν. Αυτά που λένε εδώ παζάρια είναι συνηθισμένοι φιδωτοί δρόμοι με ξυλόσπιτα …». Οι Έλληνες, «όρθιοι στα παλιά αμάξια τους», έτρεχαν, «λες και ήταν σε ιπποδρομίες»!!!
«Η καρδιά της αρχαίας Αθήνας είναι ο ίδιος, ο μοναδικός βράχος της Ακρόπολης με τα μαρμάρινα ερείπιά του…
»Προορισμός μου ήταν η Ακρόπολη … μπήκα στο τείχος του τούρκικου κάστρου … Είχα να περάσω ακόμα ένα προαύλιο από το κατεστραμμένο φρούριο. Το ξύλινο χερούλι σηκώθηκε και βρέθηκα σε μια αυλή ακόμα μεγαλύτερη. Εκεί ένα μικρό φυλάκιο ήταν χτισμένο από κομματιασμένες μαρμάρινες στήλες, σακατεμένα ανάγλυφα και πέτρες. Μερικοί Έλληνες στρατιώτες, ακατάστατα ντυμένοι, με χονδρές χλαίνες…
»Μπήκα στα Προπύλαια και βρέθηκα ξαφνικά σε ένα χώρο, τόσο κατεστραμμένο, τόσο ανακατωμένο, που δεν έχω ξαναδεί… Που και που έβλεπες κάτι σανιδένιες αποθήκες, όπου είχαν στοιβάξει ανθρώπινα κόκαλα, αγγεία, ανάγλυφα και γύψινα εκμαγεία… Μια ετοιμόρροπη στήλη, χτισμένη με πέτρες, έχει πάρει τη θέση εκείνης της Καρυάτιδας που λήστεψε ο Elgin και την πήγε στο Βρετανικό Μουσείο. Μπροστά από τα ανασκαμμένα σκαλοπάτια βρισκόταν ο σκελετός ενός γαϊδάρου …
»Όταν μπήκα μέσα, (σημ. στον Παρθενώνα), κάθε κομμάτι από τα ερείπια τού ναού έλαμπε στο δυνατό ήλιο. Στο βάθος, πέρα μακριά, υψωνόταν ο Υμηττός και πάνω στα γυμνά του βράχια ένα γκρίζο σύννεφο άπλωνε τη σκιά του. Θεέ μου, να που ο κάθε άνθρωπος μπορούσε να δει τόση ομορφιά, τόση μεγαλοπρέπεια! Η σκέψη πλαταίνει, όσο πλαταίνει ο χώρος γύρω μας! Στο στήθος μου είχε πεθάνει κάθε μικρότητα. Γονάτισα στη μοναξιά, γεμάτος χαρά, γαλήνη κι ευτυχία!
»Λίγα βήματα μπροστά μου, ανάμεσα σε συντρίμμια από μάρμαρα και γαϊδουράγκαθα, υπήρχαν ανθρώπινα κόκαλα. Πάνω σε ένα άσπρο μάρμαρο είχαν πετάξει μια νεκροκεφαλή. Μου έκανε μια περίεργη εντύπωση. Με αναστάτωσε! Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου.
»…πήρα για τρεις μήνες την άδεια να επισκέπτομαι την Ακρόπολη. Όσο έμεινα στην Αθήνα επισκεπτόμουν την Ακρόπολη κάθε μέρα, με ήλιο και βροχή… Μπήκα μέσα στο τζαμί που υπάρχει μέσα στον Παρθενώνα. Όταν γυρνάει ο λογισμός μου στην Ελλάδα, εδώ πάνω, στην Ακρόπολη θα ξαποσταίνει…».
Σημείωση: Τα πρώτα κάρα κυκλοφόρησαν στην Αθήνα το 1833. Η πρώτη τετράτροχη άμαξα κυκλοφόρησε το 1835, (βλπ. Χρ. Αγγελομάτη: Ο αναγεννώμενος Φοίνιξ, 1948, σελ 187), δηλαδή έξη χρόνια πριν την επίσκεψη του Άντερσεν!
